Κύτταρα, έργα τέχνης και εξέλιξη: μια ατελής απόπειρα απολογητικής

Δημοσιεύθηκε αρχικά στο Αντίφωνο

Κρατώ στα χέρια μου ένα μεγάλο σύγχρονο σύγγραμμα ανατομικής και διαβάζω την αναλυτική περιγραφή της μικροσκοπικής δομής των αισθητηρίων οργάνων, που μόνο γενικά και αόριστα θυμόμουν από τις φοιτητικές μου μέρες, και που τόσο έχει αναθεωρηθεί σε βάθος και πλάτος στις δεκαετίες που πέρασαν από τότε. Τα μεγέθη είναι, στην κυριολεξία, ασύλληπτα (το δέκατο του χιλιοστού και του γραμμαρίου θεωρούνται ‘μεγάλα’ όταν περιγράφουμε π.χ. το πάχος του αμφιβληστροειδούς ή τα οστάρια του αυτιού). Η συναρμογή και η αρμονική σύμπραξη των μικροσκοπικών αυτών δομών είναι θαυμαστή, αν σκεφθεί κανείς ότι, μαζί με μύριες άλλες, λειτουργούν αδιάλειπτα και χωρίς να αντιλαμβανόμαστε καν την ύπαρξή τους για μια ολόκληρη ζωή. Μόνο όταν κάτι χαλάσει συνειδητοποιούμε ότι υπήρχε και δούλευε για μας. 

Κι ωστόσο, με τα μέτρα της βιολογίας καθένα από τα όργανα αυτά είναι ένας ‘μακρόκοσμος’, μια και περικλείει ένα τεράστιο σύνολο εξειδικευμένων κυττάρων, που κι εκείνα αποτελούνται από πολυάριθμα δικά τους όργανα, κι εκείνα από μακρομόρια, κι εκείνα πάλι από μικρότερα μόρια, άτομα και υποατομικά σωματίδια. Διαβάζω κάπου αλλού [1] ότι μόνο στον εγκέφαλο εκτελούνται περίπου πέντε τρισεκατομμύρια (12 μηδενικά) χημικές αντιδράσεις κάθε δευτερόλεπτο. Ο νους έχει προ πολλού σηκώσει τα χέρια στην προσπάθεια να τις υπολογίσει. Όσο κι αν η τάση της σύγχρονης ιατρικής έρευνας είναι να κατεβαίνει σε μοριακό επίπεδο, λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να παρακολουθούν και να ‘συλλαμβάνουν’ νοητικά τις νέες ανακαλύψεις που ανακοινώνονται κάθε μέρα. Ωστόσο, ακόμη κι όταν ξετυλίγουμε στις λεπτομέρειές της μιαν άκρη του βιολογικού ‘παζλ’, μοιάζουμε με τον άνθρωπο που έχοντας δει ένα μόνο πράσινο φύλλο νομίζει ότι γνώρισε ολόκληρο το αχανές τροπικό δάσος που εκτείνεται μπροστά του. Και η αναλογία είναι πολύ φτωχή, αν σκεφθούμε ότι ο συνολικός αριθμός ατόμων που αποτελεί το ανθρώπινο σώμα υπολογίζεται σε 7 οκτάκις (27 μηδενικά) εκατομμύρια! Σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα εντυπωσιακά νούμερα, ας αναλογισθούμε ότι η μάζα κάθε ατόμου είναι συγκεντρωμένη στον πυρήνα του, ενώ το κενό που μεσολαβεί ανάμεσα στον πυρήνα και τα ηλεκτρόνια γύρω του είναι δυσανάλογα τεράστιο: η αναλογία μεγέθους του πυρήνα προς το όλο άτομο είναι εκείνη μιας μύγας μέσα σε έναν καθεδρικό ναό. Λέγεται ότι αν εξαλειφόταν όλος ο κενός ατομικός χώρος, το σώμα μας θα μπορούσε να χωρέσει σε έναν κύβο με ακμή μικρότερη από 0,002 εκατοστόμετρα [2]. Το ‘κερασάκι’; Όλα αυτά τα άτομα ΔΕΝ έρχονται ποτέ σε επαφή μεταξύ τους, αλλά κρατιούνται σε απόσταση (και συγχρόνως ‘συνέχονται’) από τις ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους, και είναι ασύλληπτα ισχυρότερες από τη γνωστή μας βαρύτητα που μας κρατεί πάνω στη γη. 

Για να γίνουν γνωστά όλα αυτά τα δεδομένα στις λεπτομέρειές τους χρειάστηκαν αιώνες, ενώ στην εποχή μας οι ανακαλύψεις έρχονται με όλο και πιο γρήγορο ρυθμό. Μια ιδέα για το γεγονός αυτό παίρνουμε από την έκταση της βιβλιογραφίας που συνοδεύει ένα ιατρικό βιβλίο. Για παράδειγμα, οι 1400 σελίδες κειμένου ενός κλασικού επιστημονικού συγγράμματος (Gray’s Anatomy) συνοδεύονται από εβδομήντα πυκνογραμμένες σελίδες βιβλιογραφικές παραπομπές (πάνω από 5000 στο σύνολό τους), ενώ καθεμία από τις πηγές αυτές έχει υποχρεωτικά τη δική της βιβλιογραφία, και ούτω καθεξής. Τίποτε δεν στέκει αυτοδύναμο στην επιστημονική γνώση, όπως και τίποτε δεν υπάρχει αυτόνομο και ανεξάρτητο μέσα στο βιολογικό σώμα. Για να θυμηθούμε κάτι από τους παλαιοτέρους, ο Ισαάκ Νεύτων έλεγε ότι «αν βλέπω λίγο πιο μακριά, αυτό γίνεται διότι πατώ πάνω σε ώμους γιγάντων», εννοώντας τους προγενεστέρους του επιστήμονες και σοφούς. Η φράση του είναι δανεισμένη από έναν Άγγλο στοχαστή του 12ου αιώνα, τον John of Salisbury, που έγραφε στο ‘Μεταλογικόν’ του: «Είμαστε σαν νάνοι που καθόμαστε πάνω στους ώμους γιγάντων. Βλέπουμε περισσότερα, και πιο μακριά από εκείνους, όχι διότι η όρασή μας είναι ανώτερη ή διότι είμαστε ψηλότεροι από εκείνους, αλλά διότι εκείνοι μας σηκώνουν, και με το δικό τους μεγάλο ανάστημα προσθέτουν στο δικό μας» [3].   

Η μετάβαση από ένα στάδιο γνώσης σε άλλο δεν έγινε τυχαία. Υπήρξαν βέβαια πολλές περιπτώσεις ανεξάρτητης ταυτόχρονης παρατήρησης διαφόρων φαινομένων από διαφορετικούς επιστήμονες, αλλά αυτές είναι εξαιρέσεις μέσα στο ιστορικό σύνολο. Το οικοδόμημα της γνώσης έγινε με αναλυτική εκτίμηση των προηγουμένων δεδομένων και σχηματισμό υποθέσεων για τα επόμενα λογικά βήματα, που στη συνέχεια επιχειρήθηκαν με προσεκτικά σχεδιασμένα πειράματα και μελέτες. Σε πολλά σημεία το νήμα της σκέψης οδηγούσε σε αδιέξοδο και έπρεπε να εγκαταλειφθεί, για να πιάσουν οι ερευνητές κάποιο άλλο και να βγουν από τον λαβύρινθο (ή, πιο συχνά, για να προχωρήσουν βαθύτερα σ’ αυτόν). Ωστόσο, θα ακουγόταν τελείως παράλογο αν κανείς ισχυριζόταν ότι όλες αυτές οι επιμέρους γνώσεις αποτελούν προϊόν μιας απόλυτα τυχαίας εξέλιξης στη σκέψη, χωρίς κανενός είδους σχεδιασμό και επιμέλεια.

Τότε όμως γιατί η εξέλιξη στον φυσικό κόσμο (που λογικά κανείς δεν αρνείται) δεν θα πρέπει να υπακούει σε κάποιο οδηγό πρόσταγμα ή σχέδιο; Ας επιχειρήσουμε να εισαγάγουμε λίγα μαθηματικά στη συζήτηση, όσα επιτρέπουν οι περιορισμένες γνώσεις μας. Το πλήθος των πιθανών διατάξεων ενός αριθμού αντικειμένων Ν ισούται με το Ν! (Ν παραγοντικό), που σημαίνει πολλαπλασιασμό μεταξύ τους όλων των ακεραίων αριθμών από το 1 ως το Ν (π.χ. τρία αντικείμενα μπορούν να τοποθετηθούν στη σειρά με 6 διαφορετικούς τρόπους, δηλ. 1x2x3 = 6). Αν τα αντικείμενά μας γίνουν 10, οι πιθανές διατάξεις έχουν ήδη φθάσει τον αριθμό 3.628.800. Αν θεωρήσουμε ότι τα κύτταρα του ανθρωπίνου σώματος (ας δεχθούμε έναν μέσο αριθμό περίπου 75 τρισεκατομμύρια) θα έπρεπε να τοποθετηθούν σε γραμμική σειρά, οι πιθανές διατάξεις που θα σχηματίζονταν θα ισούνταν με (75×1012)!, έναν αριθμό ουσιαστικά αδύνατο να υπολογισθεί ή να καταγραφεί (μπορούμε άνετα να τον βαφτίσουμε ‘άπειρο’, χωρίς, πιστεύω, να μπορούμε να συλλάβουμε τι ακριβώς είναι αυτό). Για να κάνουμε τα πράγματα ακόμη πιο σύνθετα, ας σκεφθούμε ότι η διάταξη των κυττάρων στο ανθρώπινο σώμα δεν είναι γραμμική, αλλά απαρτίζει ένα πολυδιάστατο σύνολο με αμέτρητες δομικές λεπτομέρειες και αλληλεξαρτήσεις που διασφαλίζουν την λειτουργική του επάρκεια και ακεραιότητα. Οι πιθανότητες να επιτευχθεί τυχαία αυτή η μία και συγκεκριμένη διάταξη όλων αυτών των κυττάρων (χωρίς να μιλήσουμε καθόλου για τα επιμέρους οργανίδια, μακρομόρια και άτομά τους—βλέπε παραπάνω) με το αποτέλεσμα που βλέπουμε είναι μία στο άπειρο, δηλαδή μηδέν. Κι αυτός ο τελείως χονδροειδής υπολογισμός αναφέρεται σε ένα μόνο από τα πάμπολλα είδη ζώων και φυτών που υπάρχουν (ή υπήρξαν) ποτέ στη γη. Ακόμη και με όλους αυτούς τους περιοριστικούς όρους, το μαθηματικό συμπέρασμα μας αφήνει άναυδους (αντίστροφα βέβαια, εφόσον δεχθούμε την ύπαρξη νοήμονος σχεδίου [intelligent design] στην εξέλιξη, ο Νους που σχεδίασε και κατευθύνει την όλη διαδικασία δεν μπορεί παρά να είναι Άπειρος). 

Ας αλλάξουμε χώρο. Παρακολουθώ κατά καιρούς κάποια ωραία βίντεο που κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο και αναφέρονται στην μαθηματική αρμονία που παρατηρείται στη φύση, στα λουλούδια, τους κρυστάλλους, τα φτερά των λεπιδοπτέρων, τις τροχιές των πλανητών, τα κελύφη των οστράκων. Πανέμορφα από μόνα τους, βάζουν τον θεατή σε σκέψεις, πράγμα που φαίνεται από τα πολλά και ποικίλα σχόλια που ακολουθούν. Μερικά είναι απλώς θαυμαστικά, άλλα κάνουν την προέκταση από την κτίση στον Κτίσαντα, βλέποντας μέσα στην ομορφιά και τη συμμετρία το σχεδιαστικό ‘χέρι’ του Δημιουργού. Άλλα πάλι, από αντίδραση στα προηγούμενα, επιχειρηματολογούν ότι η ομορφιά από μόνη της δεν συνεπάγεται την ύπαρξη κάποιου ‘νοήμονος σχεδίου’ και ότι είναι λογικό λάθος να βγάζει κανείς τέτοια συμπεράσματα. Συχνά ακολουθεί πόλωση, με κάποιους σχολιαστές μάλιστα να καταφεύγουν σε ύβρεις και χυδαιότητες έναντι των άλλων.

Πράγμα που τελικά σημαίνει ότι ο βαθμός κατανόησης και αντίληψης, αποδοχής ή απόρριψης, πίστης ή απιστίας, βρίσκεται στο μάτι, τον νου και την καρδιά του θεατή. Για παράδειγμα, πολλοί μπορεί να ακούσουν το ίδιο κομμάτι συμφωνικής μουσικής. Κάποιοι θα σπεύσουν να αλλάξουν σταθμό, άλλοι θα θαυμάσουν την τεχνική εκτέλεση, μερικοί θα σκεφθούν πόσο ευφυής και εμπνευσμένος ήταν ο Μπαχ ή ο Μπετόβεν που έγραψε τη συγκεκριμένη μουσική. Πάμπολλοι επισκέπτες του Λούβρου στέκονται μπροστά στη ‘Μόνα Λίζα’. Κάποιοι απλώς την φωτογραφίζουν και την καταγράφουν στις ταξιδιωτικές τους αναμνήσεις, άλλοι θαυμάζουν την τεχνοτροπία της, τα χρώματα, το μυστήριο χαμόγελο της μορφής της, μερικοί πλέκουν απίθανες θεωρίες και μυθιστορίες για το κρυμμένο νόημά του, και κάποιοι άλλοι δίνουν τα εύσημα στον Λεονάρδο ντα Βίντσι που μας άφησε ένα τόσο περίτεχνο και αινιγματικό έργο. 

Δεν είμαι ειδικός στην τέχνη και δεν πολυκαταλαβαίνω τη σύγχρονη ζωγραφική. Ωστόσο, πριν από αρκετά χρόνια επισκέφθηκα το πολύ πλούσιο ‘Μουσείο Πικάσσο’ στη Βαρκελώνη. Η μεγάλη συλλογή των έργων εκτίθεται με χρονολογική σειρά, κι έτσι ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει την πορεία της τέχνης του ζωγράφου και την προοδευτική εξέλιξη του ιδιαίτερου στυλ του. Εξέλιξη είπα; Και βέβαια. Έτσι ονομάζουμε την διαρκή μεταβολή οποιουδήποτε σώματος ή κατάστασης με τον χρόνο μέσα στον κόσμο που ζούμε. Μόνο που η εξέλιξη της τέχνης είχε ως βασική κινητήρια δύναμη την προσωπική επιλογή του καλλιτέχνη σε κάθε της βήμα και όχι το αν π.χ. άλλαζαν τα υλικά μέσα (χαρτί, μολύβια, χρώματα) που χρησιμοποιούσε ή αν ζωγράφιζε στη Βαρκελώνη ή το Παρίσι. 

Το ίδιο γίνεται και με τον κόσμο που μας περιβάλλει. Φυσικό φαινόμενο για πολλούς (ό,τι κι αν η λέξη ‘φυσικό’ μπορεί να σημαίνει), προϊόν μαθηματικών εξισώσεων ή φυσικοχημικών τύπων για άλλους, έργο τέχνης για κάποιους τρίτους, αριστουργηματικό αποτύπωμα ενός Θεού Δημιουργού για άλλους. Δύσκολο να προσπαθήσεις να μεταπείσεις όσους οχυρώνονται πίσω από την δική τους οπτική γωνία και αρνούνται να δεχθούν οποιεσδήποτε προεκτάσεις πέρα από το δικό τους νοητικό ‘ταμπούρι’. Ωστόσο, ας κλείσω τον συλλογισμό με μια ρητορική ερώτηση: κανείς από τους ακροατές της δεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η 9η Συμφωνία απλώς ‘συνέβη’, κανείς από τους επισκέπτες του Λούβρου δεν αρνείται ότι υπήρξε δημιουργικό χέρι πίσω από τη ‘Μόνα Λίζα’, κανείς από τους ιστορικούς της τέχνης δεν ισχυρίζεται ότι η ‘μπλε περίοδος’ του Πικάσσο εξελίχθηκε σε κυβισμό αυτόματα και μόνο με το πέρασμα του χρόνου, χωρίς τη βούληση του ζωγράφου. Με ποια λογική ο άπειρος κόσμος γύρω μας (και ο πιο άπειρος κόσμος μέσα μας) απλώς,  εντελώς τυχαία και απολύτως απρογραμμάτιστα, ‘έγινε’ όπως τον βλέπουμε;   

Παραπομπές

1. Brand P and Yancey P. In His image. Zondervan, Grand Rapids 1984.

2. Clegg B. 20 amazing facts about the human body. The Observer, 27/1/2013

 http://www.guardian.co.uk/science/2013/jan/27/20-human-body-facts-science

3. Για το ιστορικό της φράσης του Νεύτωνα βλέπε την ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα The Phrase Finder (http://www.phrases.org.uk/meanings/268025.html ).

«Ο ιατρός Τεχνοκράτης θα σας δεχθεί αφού πρώτα…»

Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα (τ. 68)

«Αύριο θα της κάνουν και μαγνητική», είπε η κυρία που είχε επισκεφθεί την άρρωστη το απόγευμα και πέρασε από το ιατρείο για να με ενημερώσει.
Περίφημα, σκέφθηκα. Η τελευταία λέξη της ιατρικής τεχνολογίας στη διάθεσή μας. Δεν απομένει παρά ένα PET-CT. Φωναχτά τη ρώτησα: «Για ποιο σκοπό;»
«Μα, για να δούνε πώς πάει με τις ακτινοβολίες που κάνει τόσες μέρες τώρα», είπε η συνομιλήτριά μου, κάπως παραξενεμένη που αμφισβητούσα τη σκοπιμότητα της σύγχρονης απεικόνισης.
Μάλλον για να διαπιστώσουν την ακριβή αιτία θανάτου, σκέφθηκα τελείως κυνικά, και προσπάθησα να αλλάξω θέμα συζήτησης. Ωστόσο η κυρία είχε ακόμη το νου της στην άρρωστη.
«Γιατρέ, έχει ανοίξει τώρα. Έχει κάτι κατακλίσεις τεράστιες, μέχρι το κόκαλο».
«Αυτό είναι από την ακινησία», είπα, περήφανος για την επιστημονική μου γνώση. «Αφού είναι παράλυτη, τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου».
«Μα, είχε αρχίσει να σκάζει το δέρμα πριν παραλύσουν τα πόδια της», επέμεινε εκείνη.
«Πώς μπορούσε να γίνει αλλιώς, όταν την είχαν καθηλώσει στο κρεβάτι με δυο σωλήνες παροχέτευσης στο θώρακα;» ανταπάντησα εγώ.
«Δηλαδή δεν έπρεπε να της κάνουν την παροχέτευση;»
«Νομίζω ότι αν άδειαζαν μόνο τη μία πλευρά το αποτέλεσμα θα ήταν σχεδόν το ίδιο: θα ανακουφιζόταν από την δύσπνοια χωρίς να ακινητοποιηθεί τελείως. Ίσως με τον τρόπο αυτό να απέφευγε τα χειρότερα. Πώς όμως έφθασε να παραλύσει;»
«Να, μετά την αφαίρεση του υγρού την έστειλαν στο σπίτι. Την επόμενη μέρα εκείνη τηλεφώνησε στο νοσοκομείο γιατί ένοιωθε να μουδιάζουν τα πόδια της. Πονούσε και λίγο στην πλάτη. Της είπαν ότι δεν μπορούσαν να την δουν εκείνη τη μέρα, και ότι έπρεπε να πάει στο εφημερεύον. Πήγε εκεί, την είδαν, και της είπαν ότι την άλλη μέρα θα πήγαινε πάλι εκεί που ήξεραν την περίπτωσή της. Όταν έφτασε στο πρώτο νοσοκομείο, ήδη δεν μπορούσε να κουνήσει τα πόδια της. Την έβαλαν μέσα, και την επόμενη μέρα ήρθε να την δει ένας νευρολόγος. Ζήτησε να της κάνουν μαγνητική στον αυχένα».
«Κουνούσε τα χέρια της;» ρώτησα.
«Ναι, τα χέρια δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Αλλά ήταν μουδιασμένη από τον θώρακα και κάτω, και τα πόδια δεν δούλευαν καθόλου».
«Και πότε άρχισε τη θεραπεία;»
«Μετά από δυο μέρες της έκαναν την μαγνητική, και δεν έδειξε τίποτε».
Τι να δείξει; σκέφθηκα. Εφόσον τα χέρια δούλευαν και το επίπεδο αισθητικότητος ήταν μερικούς σπονδύλους πιο χαμηλά, όσες εξετάσεις κι αν έκαναν στον αυχένα δεν θα έβρισκαν την αιτία του προβλήματος. Ξαναγύρισα στην συνομιλήτριά μου.
«Πότε άρχισε τις ακτινοβολίες;»
«Νομίζω μία εβδομάδα μετά που μπήκε στο νοσοκομείο, και συνεχίζει ακόμη».
«Εντάξει. Ας ολοκληρώσει τη θεραπεία της και βλέπουμε», είπα για να δώσω τέλος στην επώδυνη αυτή συνομιλία. «Να με ενημερώσετε για την εξέλιξη».
Η κυρία έφυγε, κι εγώ έπιασα το κεφάλι μου που είχε αρχίσει να πονάει από την ιστορία την οποία μόλις είχα ακούσει.

* * * * * * *

Είχα γράψει τα παραπάνω πριν αρκετά χρόνια, σε μια προσπάθεια εκτόνωσης από την ένταση που μου είχε δημιουργήσει η – κατά πάντα αληθινή – συζήτηση. Πρόσφατα ανέσυρα το κείμενο από το αρχείο, και διαβάζοντάς το ξανά απαρίθμησα τα προβλήματα που διαφαίνονται στον χειρισμό της ασθενούς:
• Απαιτητικές απεικονιστικές εξετάσεις χωρίς κλινική νευρολογική εκτίμηση, άρα κακή ‘στόχευση’ της απεικόνισης, και αδικαιολόγητη ταλαιπωρία της άρρωστης
• Άγνοια του γεγονότος ότι η συμπίεση του νωτιαίου μυελού αποτελεί μια από τις πιο επείγουσες καταστάσεις στην κλινική ογκολογία, όπου ακόμη και οι ώρες έχουν σημασία και μπορεί να σημαίνουν τη διαφορά ανάμεσα σε έναν περιπατητικό και έναν παράλυτο καρκινοπαθή
• Αμηχανία μπροστά στον ανίατο ασθενή: παραγγέλλουμε ‘εξετάσεις’ επειδή δεν έχουμε διδαχθεί τις βασικές αρχές της ανακούφισης των συμπτωμάτων.
• Επιτέλους, ποιος είναι υπεύθυνος για την συνεχιζόμενη παρακολούθηση του (κάθε) καρκινοπαθούς αρρώστου, ούτως ώστε αυτός να μην πέφτει στο κενό ανάμεσα στα εφημερεύοντα νοσοκομεία;

Ας προσθέσω και μια ακόμη συναφή προσωπική παρατήρηση. Κάθε τόσο έρχονται στα χέρια μου για μετάφραση πορίσματα εξετάσεων, τα οποία οι ασθενείς στέλνουν σε νοσοκομεία του εξωτερικού ‘για μια δεύτερη γνώμη’. Πολύ σπάνια στα χαρτιά αυτά περιλαμβάνεται μια στοιχειώδης κλινική έκθεση. Αξονικές, μαγνητικές, σπινθηρογραφήματα, βιοψίες, καρκινικοί δείκτες, ενδοσκοπήσεις κάθε τύπου, αλλά πουθενά μια περιγραφή του ασθενούς ως προσώπου (πέρα από το φύλο και την ηλικία) που να μας δείχνει πώς εξελίχθηκε το πρόβλημά του, σε τί κατάσταση βρίσκεται, τί ενοχλήματα έχει και τί θεραπευτικές παρεμβάσεις έχουν γίνει ως τώρα. Όχι αδικαιολόγητα, αυτός που θα παραλάβει όλα αυτά τα αποτελέσματα θα αναρωτηθεί αν είδε και εξέτασε τον άρρωστο κάποιος κλινικός γιατρός.
Όλα τα παραπάνω βέβαια ανάγονται σε μια εκπαίδευση (προπτυχιακή και μεταπτυχιακή) που όλο και ξεμακραίνει από την κλασική φιλοσοφία της ιατρικής. Από το στόμα του Χριστού γνωρίζουμε ότι κανένας προφήτης δεν είναι δεκτός στον τόπο του. Έτσι, στην ίδια την πατρίδα του Ιπποκράτη η Τεχνολογία έχει εξοβελίσει την Τέχνη. Ο ιατρός Τεχνοκράτης θα σας δεχθεί αφού πρώτα περάσετε από όλα τα υπάρχοντα εργαστήρια και φέρετε μαζί σας τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ο βίος είναι βραχύς, δεν προλαβαίνουμε να μάθουμε την ‘μακρή τέχνη’. Πού καιρός να εξετάζουμε ασθενείς; Έχουμε τόσα ‘περιστατικά’ στα χέρια μας.
Η ασθενής της ιστορίας μας τελικά απεβίωσε παράλυτη, κατάκοιτη, με κατακλίσεις. Ωστόσο, είχαμε την ακριβή εικόνα της έκτασης των μεταστάσεών της, σε τρεις διαστάσεις και φωτογραφισμένες με χρώματα της επιλογής μας. Άλλωστε, αυτό θα μας ζητούσαν αν θέλαμε να παρουσιάσουμε ή να δημοσιεύσουμε το ‘περιστατικό’. Το αν της φερθήκαμε καλά, αν ανακουφίσαμε όσο ήταν δυνατό τα προβλήματά της, αν την κάναμε να νιώσει σαν άνθρωπος και όχι σαν πειραματόζωο τις τελευταίες εβδομάδες ή μέρες της ζωής της, δεν ενδιαφέρει ούτε τους κριτές των εργασιών ούτε τους αρχισυντάκτες των ιατρικών περιοδικών.
Εμείς με τίνος το μέρος είμαστε;

Βυζάντιο και Ρωμανία: μια βιβλιοπαρουσίαση

Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα 2014 (τεύχος 67)

Χίντζογλου-Αμασλίδου Δέσποινα. Τα 1123 χρόνια της Ρωμανίας. Σελ. 380. Εκδόσεις Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014. ISBN: 978-960-6796-58-6.

‘Γιατί το Βυζάντιο;’ ρωτάει στον τίτλο του τελευταίου της βιβλίου η πασίγνωστη βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Γιατί άραγε; Γιατί έγινε, και πώς έγινε, και γιατί θα πρέπει να μας ενδιαφέρει και να μας απασχολεί; Στο ερώτημά της θα επανέλθουμε παρακάτω.

Μια άλλη μεγάλη βυζαντινολόγος, η Αγγλίδα Judith Herrin, προλογίζει το δικό της βιβλίο, που φέρει τον τίτλο ‘Βυζάντιο: η εκπληκτική ζωή μιας μεσαιωνικής αυτοκρατορίας’, ως εξής. Μια μέρα το 2002, δυο οικοδόμοι που έκαναν επισκευές στο κτίριο του King’s College στο Λονδίνο, όπου εργάζεται η ίδια, χτύπησαν την πόρτα του γραφείου της, που φέρει τον τίτλο ‘Καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας’ και την ρώτησαν: «Τι είναι η Βυζαντινή ιστορία;» Το μόνο που ήξεραν είναι ότι είχε κάποια σχέση με την Τουρκία.

Έτσι, γράφει, βρέθηκα να προσπαθώ να εξηγήσω με συντομία, μέσα σε δέκα λεπτά, τι είναι η Βυζαντινή ιστορία σε δυο σοβαρούς εργάτες με κράνη και βαριές μπότες. Τα τόσα χρόνια μου στην εκπαίδευση δεν με είχαν προετοιμάσει για κάτι τέτοιο. Στο τέλος με ευχαρίστησαν θερμά, μου είπαν πόσο περίεργο ήταν αυτό το Βυζάντιο, και με ρώτησαν γιατί δεν έγραφα κάτι σχετικά μ’ αυτό γι’ αυτούς. Κατάλαβα τι εννοούσαν. Συνήθως τα βιβλία για την ιστορία του Βυζαντίου είναι μακροσκελείς τόμοι που περιγράφουν μια διαδοχή από κάπου 90 αυτοκράτορες και 127 Πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης, με αμέτρητες εκστρατείες, μάχες, κατακτήσεις και πολιορκίες, με έναν τρόπο που ίσως δεν είναι ελκυστικός για καθημερινούς ανθρώπους, για οποιονδήποτε δεν είναι ειδικός στο θέμα. Κι έτσι, καταλήγει, άρχισα να συνθέτω μια απάντηση στο ερώτημα: ‘Τι είναι η Βυζαντινή ιστορία;’

Κι αυτό φέρνει εμάς, τους Έλληνες του 21ου αιώνα, αντιμέτωπους με το πιο ειδικό ερώτημα: Τι είναι για μας η Βυζαντινή ιστορία; Έχει να μας πει κάτι; Μας βοηθάει να καταλάβουμε το σήμερα, τον κόσμο μας, τους εαυτούς μας; Μπορούμε να την πλησιάσουμε και να τη γνωρίσουμε με τρόπο απλό και – γιατί όχι; – ευχάριστο;

Θα προσπεράσω το ζήτημα που θέτουν οι πιο ειδικοί, για το αν η ονομασία ‘Βυζάντιο’ είναι ορθή και αποδεκτή από μας ή αν θα πρέπει να υιοθετήσουμε γενικά την ‘Ρωμανία’ ή όποιον άλλο προσδιορισμό. Δεν είμαι ειδικός να το απαντήσω, αλλά τόσο λίγο με απασχολεί όσο και το αντίστοιχο αν θα πρέπει να δεχόμαστε να ονομάζεται η χώρα μας από τους ξένους ‘Greece’ ή θα πρέπει να επιμείνουμε στο ‘Hellas’. Μου αρέσει και το ένα, δεν με χαλάει και το άλλο. Νομίζω ότι, από κεκτημένη συνήθεια αιώνων, όταν λέμε ‘Βυζάντιο’ καταλαβαίνουμε για ποια ιστορική περίοδο και για ποιον γεωγραφικό χώρο μιλούμε. Ας περάσουμε λοιπόν στην ουσία.

Τι σημαίνει για μας το Βυζάντιο; Πολύ απλά, τα 1123 χρόνια, ένδεκα αιώνες και κάτι, της αυτοκρατορίας αυτής είναι ένα κομμάτι της μακράς ιστορίας αυτού που γενικότερα ονομάζουμε Ελληνισμό. Διοικητική μετεξέλιξη του παλαιού Ρωμαϊκού Imperium, που όμως περιλάμβανε πρακτικά όλον τον τότε ελληνικό και ελληνόφωνο κόσμο, με την πάροδο των αιώνων απέκτησε όλο και περισσότερο ελληνικό χρώμα. Ταυτόχρονα, με τις μακρόχρονες αλληλεπιδράσεις με όλους τους λαούς της Εγγύς Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας, με τον Αραβικό και τον Σλαβικό κόσμο, εισήγαγε και ενσωμάτωσε στον ελληνορωμαϊκό κορμό ποικίλα ‘ανατολικά’ στοιχεία – εθιμικά, πολιτικά, πολιτισμικά και άλλα. Αυτό ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό το μεγάλο δίλημμα που συχνά αντιμετωπίζουμε, αν όχι θεωρητικά τουλάχιστον πρακτικά και βιωματικά, αν δηλαδή εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες είμαστε Δυτικοί ή Ανατολίτες: και τα δυο, είναι η απλή απάντηση. Και τέλος, το Βυζάντιο είχε από την αρχή ως το τέλος ως κυρίαρχο συνδετικό νήμα την Χριστιανική πίστη, που την παρέλαβε κυνηγημένη αλλά αήττητη μετά από τρεις αιώνες ανελέητων διωγμών, την αποδέχθηκε και την επισημοποίησε, την έκανε σφραγίδα του κράτους, την πέρασε (άλλοτε κινούμενο από γνήσιο θεολογικό ενδιαφέρον και άλλοτε από πολιτικές σκοπιμότητες) μέσα από ποικίλες αιρέσεις, διαμάχες και σχίσματα, και την οδήγησε στη μορφή της Ανατολικής Ορθοδοξίας που γνωρίζουμε αμετάβλητη μέχρι σήμερα.

Βλέπουμε λοιπόν, ακόμη και ως μη ειδικοί, ότι ιστορικά, φυλετικά, γλωσσικά, εθνικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το Βυζάντιο. Το βρίσκουμε μπροστά μας πρακτικά σε κάθε έκφανση της καθημερινής μας ζωής, στο πώς διαμορφώθηκε η εθνική μας ταυτότητα, οι συνήθειές μας, ο εκκλησιαστικός μας βίος. Ιδιαίτερα εμείς, ζώντας σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, δεύτερη πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, το συναντούμε σε κάθε γωνιά. Οι Βυζαντινοί μας μιλούν κάθε μέρα μέσα από τα τείχη της πόλης και τους τρούλους των πολλών και πανέμορφων εκκλησιών που μας άφησαν, μας ατενίζουν από τα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες, μας ψάλλουν με τους ύμνους που ακούμε σε οποιαδήποτε εκκλησιαστική ακολουθία, σε γλώσσα που λίγο απέχει από τη δική μας, με μέτρα και ρυθμούς που έχουν περάσει σχεδόν ατόφιοι στην μετέπειτα μουσική μας παράδοση. Είναι μέρος των γονιδίων μας, και δεν μπορούμε αυθαίρετα να τους αγνοήσουμε ή να τους απορρίψουμε, όπως δεν μπορούμε με το «έτσι θέλω» να αναιρέσουμε κάποιους από τους φυσικούς προγόνους μας. Τελικά, νομίζω ότι δεν μπορούμε να εννοήσουμε τις ιδιαιτερότητες και τον χαρακτήρα του σύγχρονου Έλληνα αν δεν λάβουμε υπόψη και τις Βυζαντινές του καταβολές.

Μόνο του Έλληνα όμως; Ξαναγυρίζω στην Ελένη Αρβελέρ, που γράφει στο βιβλίο που ανέφερα στην αρχή: ‘Παρεξηγημένο το Βυζάντιο… Παρεξηγημένο ιδιαίτερα όταν το συγκρίνουν με το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, έστω και αν αναγνωρίζεται έτσι η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Παρεξηγημένα τα πνευματικά του ενδιαφέροντα και οι διανοούμενοί του, που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν από τις εκκλησιαστικές τάξεις… Διοίκηση ρωμαϊκής έμπνευσης, θρησκεία και εκκλησία χριστιανική, και ελληνόφωνη, ελληνοπρεπής πνευματική κίνηση και διανόηση είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Βυζαντίου, ήδη από την αυγή της ύπαρξής του. Από αυτήν την άποψη το Βυζάντιο είναι, όχι μόνο μια βέβαιη ευρωπαϊκή πολιτική ενότητα, αλλά σίγουρα η πρώτη ιστορικά ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, σύμφωνα με τον πάντα επίκαιρο ορισμό του Ρaul Valery για τον Ευρωπαίο. Τον μεταφέρω συνοπτικά εδώ: Είναι λοιπόν Ευρωπαίος, κατά τον Valery [1922], αυτός που υπέστη την επίδραση της ελληνικής ορθολογικής σκέψης, που γνώρισε την εμβέλεια των ρωμαϊκών διοικητικών θεσμών και που ζει σύμφωνα με την ιουδαιοχριστιανική πνευματικότητα’.

Τι ήταν οι Βυζαντινοί ως άνθρωποι; Ήταν κάποια ιδιαίτερη ράτσα; Ήταν άγιοι; Εξωγήινοι; Ημίθεοι; Περίεργα όντα; Η χρονική απόσταση συνήθως λειτουργεί ως παραμορφωτικός φακός, άλλοτε ωραιοποιώντας και άλλοτε απομυθοποιώντας (όπως λέμε) πρόσωπα και καταστάσεις. Ωστόσο, όταν τους προσεγγίσει κανείς, με α-πάθεια [= χωρίς μεροληψία και φανατισμό] και κατά το δυνατόν με αντικειμενικότητα, θα συναντήσει ανθρώπους σαν αυτούς που βλέπουμε καθημερινά. Μικρούς και μεγάλους, ηγέτες και υπηκόους, αγαθούς και πανούργους. Με τις αρετές και τις αδυναμίες τους, με τα κατορθώματα και τα ελαττώματά τους. Με σοφία και σύνεση, αλλά και με μικρότητες και κακίες. Θα συναντήσει στην ιστορία τους πράξεις μεγαλείου αλλά και βαρβαρότητες και ωμότητες ανεπίτρεπτες. Θα γνωρίσει κρίσεις και διπλωματίες και μηχανορραφίες τέτοιες που ‘στολίζουν’ κάθε εποχή, και τη δική μας. Με λίγα λόγια, θα ατενίσει ένα πορτραίτο ολόκληρης της Ανθρώπινης φύσης, με τα θετικά και αρνητικά της ιδιώματα.

Που σημαίνει ότι τους Βυζαντινούς, όπως και κάθε άλλο τμήμα του ανθρωπολογικού και ιστορικού μας γονιδιώματος, θα πρέπει να τους δούμε όσο γίνεται πιο ανθρώπινα. Απέναντί τους δεν θα σταθούμε ούτε ως ‘Βυζαντινολάτρες’, αλλά ούτε και ως ‘Βυζαντινομάχοι’. Δεν καλούμαστε ούτε να αποδεχθούμε αβασάνιστα ούτε να καταδικάσουμε ανεξέταστα και ασυζήτητα όλα όσα έκαναν. Τους οφείλουμε (όπως άλλωστε και στους αρχαίους) όχι κάποιου είδους προγονολατρία, αλλά αναγνώριση και τιμή για ό,τι μεγάλο δημιούργησαν, διέσωσαν και μας κληροδότησαν. Με τα λόγια του Αγίου Ανδρέα Κρήτης στον Μεγάλο Κανόνα, καλούμαστε να μιμηθούμε ‘των δικαίων τας φιλαρέτους πράξεις’ και να ‘εκφύγωμεν των πονηρών τας διανοίας’.

Κι έτσι, φτάνουμε στο σημερινό βιβλίο. Αφήνοντας πίσω της μια μακρά σταδιοδρομία ως ιατρός μικροβιολόγος, η Δέσποινα Χίντζογλου-Αμασλίδου καταπιάνεται με το μεράκι της, την ιστορία του Βυζαντίου, μέσα στη συνέχεια της οποίας βλέπει (με τον τρόπο που είπαμε παραπάνω) και τον εαυτό της, ως Καππαδόκισσα από καταγωγή. Διαβάζοντας με πάθος την ιστορία αυτή, θέλησε να την προσφέρει σε μορφή εύπεπτη και προσιτή στον καθένα, με τη δική της ματιά, και με οδηγό και έργο αναφοράς την μεγάλη τρίτομη ιστορία του John Julius Norwich. Προσωπικά είχα την ευκαιρία να διαβάσω τρεις φορές το βιβλίο της στην περίοδο της μακράς ‘κυοφορίας’ του. Κάθε ανάγνωση με πήγαινε ένα βήμα πιο μπροστά στην πορεία της διαμόρφωσης των σκέψεων που, ως μη ειδικός κι εγώ, προσπάθησα να παρουσιάσω προηγουμένως. Το τελικό αποτέλεσμα, ένας άθλος αγάπης, κατά την έκφραση του Shakespeare, είναι ένας ευσύνοπτος και ευκολοδιάβαστος τόμος που μας εισάγει αβίαστα και με γλαφυρό τρόπο σ’ αυτά τα 1123 χρόνια της ευρύτερης ιστορίας μας. Μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοτελές ανάγνωσμα, θυμίζοντάς μας όσα μάθαμε (και πάρα πολλά που δεν μάθαμε) στη Γυμνασιακή μας ιστορία. Μπορεί όμως να αποτελέσει και μια καλή περίληψη και εισαγωγή και κίνητρο για περαιτέρω μελέτη για όποιον θα θελήσει να εμβαθύνει στην πλούσια και εκτεταμένη βιβλιογραφία που υπάρχει για το Βυζάντιο. Η συγγραφεύς, ως μη ιστορικός, μας προσφέρει ένα απλό συναρπαστικό ανάγνωσμα για κάθε άνθρωπο, για ενημέρωση, γνώση, και ερέθισμα να μάθουμε περισσότερα για το ‘Τι ήταν τελικά το Βυζάντιο’. Εμείς, ως αναγνώστες, την ευχαριστούμε για το μεράκι της.

2014 in review

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2014 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

A New York City subway train holds 1,200 people. This blog was viewed about 5,700 times in 2014. If it were a NYC subway train, it would take about 5 trips to carry that many people.

Click here to see the complete report.

Οι κάλτσες και η πρόκα

[Δημοσιεύθηκε στο Ιατρικό Βήμα 2014 (τεύχος 66)]

Η ουρά αργοσερνόταν προς τον έλεγχο των χειραποσκευών. Το μεγάλο γερμανικό αεροδρόμιο εξυπηρετούσε πάμπολλες πτήσεις, και η ώρα που πετούσαμε ήταν ιδιαίτερα φορτωμένη. Γύρω μας ένα τεράστιο και πολύχρωμο πλήθος από όλες τις φυλές της Ευρώπης, της Ασίας, της Αμερικής σχολίαζε σε μια Βαβέλ γλωσσών την καθυστέρηση, συζητούσε τα προσωπικά, επαγγελματικά, αισθηματικά του προβλήματα, τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες και την τρέχουσα επικαιρότητα, έλεγε ανέκδοτα και ιστορίες για να περάσει η ώρα. Βήμα με βήμα η απόστασή μας από την ηλεκτρονική πύλη ελέγχου μίκραινε.
      Ήξερα καλά τη ρουτίνα από τόσα προηγούμενα ταξίδια. Το σακάκι στο χέρι, όλα τα μεταλλικά αντικείμενα στις τσέπες του: στυλό, κέρματα, κλειδιά, το φακό της τσέπης, τα γυαλιά μου. Το κινητό θα έμπαινε χωριστά στον δίσκο για τον έλεγχο. Τα ετοίμασα όλα, σαν νομοταγής πολίτης που βασική του έγνοια έχει να μη δυσκολέψει τους συνανθρώπους του που περιμένουν υπομονετικά να ταξιδέψουν. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε, σκέφτηκα, δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε τη ζωή μας πιο δύσκολη. Εξάλλου, αν εμείς δείξουμε καλή διάθεση, θα δείξει και το προσωπικό τη δική του καλή πλευρά.
      Με τις αγαθές αυτές σκέψεις, μόλις έφτασα μπροστά στην πύλη απόθεσα τα προσωπικά μου υπάρχοντα στον δίσκο και κοίταξα ερωτηματικά τον υπάλληλο του ελέγχου: Να περάσω; Εκείνος σιωπηλά αποκρίθηκε με ένα βλέμμα που θύμιζε τις πρώτες συσκευές ακτίνων Χ του μακαρίτη του Ρέντγκεν: όχι μόνο έβλεπαν μέσα από τα αντικείμενα, αλλά άφηναν κι ένα βαθύ ακτινικό έγκαυμα για σουβενίρ. Κάπως έτσι ένοιωσα τα μάτια του. Η ‘ακτινοβολία’ του διέτρεξε το σώμα μου από το κεφάλι μέχρι τη μέση μου, όπου σταμάτησε. Το δεξί του χέρι ακολούθησε το μάτι του: «Τη ζώνη σας», είπε.
      Είχα υποστεί ξανά αυτή τη διαδικασία, και δεν έφερα αντίρρηση. Ευτυχώς το παντελόνι μου στεκόταν από μόνο του—η ζώνη χρησίμευε πρωτίστως για να κρατάει τη θήκη του κινητού. Την έβγαλα και την απόθεσα δίπλα στο σακάκι. Το ακτινοβόλο βλέμμα συνέχισε και ολοκλήρωσε την σάρωση, και ο ‘πομπός’ του μου έγνεψε να προχωρήσω στην πύλη. Γεμάτος αυτοπεποίθηση πέρασα μέσα από το ηλεκτρονικό πλαίσιο—και ο βομβητής σήμανε συναγερμό.
      Έμεινα για μια στιγμή αποσβολωμένος: τι είχα ξεχάσει στις τσέπες μου; Ένοιωσα τις ματιές των ταξιδιωτών πίσω μου να καρφώνονται στη ράχη μου γεμάτες επικριτικά σχόλια. Μια ακόμη αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Περίμενα οδηγίες. Ο υπάλληλος της άλλη πλευράς, γνήσιο αντίγραφο του προηγουμένου, μου έκανε νόημα να απλώσω τα χέρια μου και πέρασε τα δικά του πάνω από τα ρούχα μου με έμπειρο τρόπο. Δεν βρήκε τίποτε—δεν υπήρχε κάτι για να βρει. Επανέλαβε τη διαδικασία με το ηλεκτρονικό του ψαχτήρι, με το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα. Με κοίταξε πάνω-κάτω, κι έπειτα είπε σε τονισμένα αγγλικά: «Βγάλτε τα παπούτσια σας».
      Εκείνη τη στιγμή άλλαξα χρώμα. Ήμουν ένοχος, και με είχαν πιάσει στα πράσα. Όχι για απόκρυψη όπλου ή άλλου επικίνδυνου εργαλείου με σκοπό αεροπειρατεία, βομβιστική επίθεση ή τρομοκρατική ενέργεια, αλλά για ένα έγκλημα τελείως άλλης κλίμακας. Θυμήθηκα ξαφνικά ότι εκείνο το πρωί, καθώς ετοιμαζόμουν για το αεροδρόμιο, είχα προσέξει μια μεγάλη τρύπα σε κάθε κάλτσα μου. Το δεξί μεγάλο δάχτυλο και η αριστερή φτέρνα ήταν εκτεθειμένα στον αέρα του περιβάλλοντος. Συνήθως δεν έδινα σημασία σε τέτοιες ενδυματολογικές λεπτομέρειες: άλλωστε, δεν συνήθιζα να βγάζω τα παπούτσια μου στο γραφείο ή σε άλλους δημόσιους χώρους. Η μόνη φορά που είχα περάσει από τέτοιο βαθμό ελέγχου ήταν στην Αμερική πριν από τόσα χρόνια που είχα ξεχάσει το γεγονός. Κοίταξα τον υπάλληλο με ένα ικετευτικό βλέμμα που έλεγε: «Είναι ανάγκη;» Η απάντησή του ήταν κάτι που θύμιζε τα προαπαιτούμενα για την έγκριση των ελληνικών δόσεων. Δεν σήκωνε αντιρρήσεις, και ήδη είχαμε καθυστερήσει αρκετά τους υπόλοιπους. Δεν γλίτωνα το ρεζιλίκι.
      Αργά έσκυψα να λύσω τα κορδόνια μου. Σίγουρα όλοι αυτοί εκεί πίσω δεν θα πρόσεχαν τις δικές μου κάλτσες, είχαν ένα σωρό άλλα πράγματα να σκεφτούν. Με μία αλλά σημαντική εξαίρεση. Αμέσως πριν από μένα είχε περάσει από τον έλεγχο, με πλήρη επιτυχία και εντελώς ανώδυνα, το έτερον ήμισύ μου, που τώρα παρακολουθούσε υπομονετικά την προσωπική μου ταλαιπωρία. Ακόμη κι αν κανείς άλλος δεν πρόσεχε τις κάλτσες μου, εκείνη θα πρόσεχε μόνο αυτές. Ουαί και αλίμονο! Στη σκέψη της, το μυαλό του κάθε θεατή θα έριχνε συνειρμικά την ευθύνη σ’ εκείνη: Τι κάνει η γυναίκα του; Ούτε ένα ζευγάρι κάλτσες δεν ξέρει να μπαλώσει; Δεν έχει σημασία ότι καμία γυναίκα δεν μπαλώνει πλέον κάλτσες, εκείνη σίγουρα θα σκεφτόταν ότι όλοι οι παριστάμενοι θα έκαναν μόνο τέτοιες σκέψεις. Φανταζόμουν τον καυγά που θα ακολουθούσε και τα δηκτικά της σχόλια. Πώς μπορούσα να ξεφύγω, ή τουλάχιστον να εξιλεωθώ;
     Ξαφνικά, το ειρωνικό μισοχαμόγελο του Γερμανού ελεγκτή που άγρυπνα κατέγραφε την κάθε μου κίνηση μου την έδωσε, και μου έδωσε και την απαραίτητη φλασιά… Ανορθώθηκα περήφανα, έβγαλα επιδεικτικά τα παπούτσια, σήκωσα πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο προς το μέρος του. ‘Die Krise!’ του φώναξα με μια κραυγή που θύμιζε τις εξάρσεις του μαινόμενου Αδόλφου, και συνέχισα σε ανάμικτα αγγλικά, γερμανικά και ελληνικά (για να με καταλαβαίνουν όσο γίνεται περισσότεροι από το ακροατήριο) με μια ακατάσχετη λογοδιάρροια για την κρίση, τους τοκογλύφους, την τρόικα, τη φτωχοποίηση του λαού μας, τα χρέη, τις τράπεζες, το κατοχικό δάνειο, τους μετανάστες της δεκαετίας του ’60, τους ηρωικούς προγόνους και τους άμοιρους απογόνους μας. «Εσείς μας καταντήσατε έτσι! Επίτηδες τις φόρεσα, για διαμαρτυρία!» ξεφώνισα. Του αράδιασα και όσα ονόματα μου ήρθαν στο κεφάλι εκείνη την ώρα, άσχετα από εθνικότητα και ιδιότητα: Μέρκελ, Σόιμπλε, Ρέσλερ, Ρεν, Λαγκάρντ, Ολάντ, Μπερλουσκόνι, Κάμερον, Ομπάμα, Τόμσεν, Μαζούχ, Μορς, Παπανδρέου, Σαμαράς, Στουρνάρας, Βενιζέλος, Τσίπρας, Αβραμόπουλος, Παπαδήμος, Σεφέρης, Ελύτης, Θεοδωράκης (μπήκε στο μέση και το πολιτιστικό στοιχείο), Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης… Αφού εξάντλησα την αναπνοή μου και ανέβασα πολλές μονάδες το θερμόμετρο, στάθηκα και τον ατένισα αγέρωχα, ελπίζοντας ότι είχε πάρει το μήνυμα.
     Δεν έμαθα ποτέ αν με πίστεψε. Αυτό που μετά βεβαιότητος μπορώ να καταθέσω είναι ότι έχασα την πτήση μου, πέρασα το υπόλοιπο της ημέρας στο κρατητήριο του αεροδρομίου, και χρειάστηκε να έρθει αργά το βράδυ ο έλληνας πρόξενος για να εγγυηθεί για τον πρότερο έντιμο βίο και τις καλές μου προθέσεις και να βεβαιώσει εγγράφως ότι δεν είχα σκοπό να περιυβρίσω τις γερμανικές αρχές και εν γένει το Τέταρτο Ράιχ, αλλά απλώς είχα εκφράσει τη διαμαρτυρία μου με κάπως ακραίο και ασυνήθιστο τρόπο. Πριν με απελευθερώσει, ζήτησε να με δει ιδιαιτέρως και μου έκανε μια ημίωρη αυστηρή επίπληξη για το γεγονός ότι είχα εκθέσει διεθνώς την πατρίδα μου, λέγοντάς μου ότι όλα τα Μέσα είχαν γράψει σχετικό πρωτοσέλιδο (κάποιοι με είχαν απαθανατίσει και ανέβασαν και στο Facebook βίντεο και φωτογραφίες μου με τρύπιες κάλτσες, οι αχρείοι!). Χώρια που είχε αναγκασθεί να αφήσει τη δεξίωση του Γαλλικού προξενείου για χάρη μου. Ζήτησα δουλικά συγγνώμη και υποσχέθηκα να μην το ξανακάνω, τουλάχιστον μέσα στα γεωγραφικά όρια της δικής του δικαιοδοσίας.
      Πριν φύγω από το κρατητήριο απαίτησα (τρόπος του λέγειν, μέχρι και ‘bitte’ τους είπα) να μου αποδώσουν τα παπούτσια μου και να μου εξηγήσουν γιατί ‘χτυπούσαν’. Μου απάντησαν ότι κάπου κάποτε είχα πατήσει μια μικρή πρόκα που ήταν καρφωμένη στη χοντρή σόλα, σε σημείο που δεν την αισθανόμουν, κι επειδή ήταν φτιαγμένη από ανοξείδωτο ατσάλι ενεργοποιούσε το πανευαίσθητο μηχάνημα (γερμανικής κατασκευής και προελεύσεως, από γνωστή εταιρεία που ειδικεύεται σε μίζες—όχι αυτοκινήτων). Την έβγαλαν από ένα συρτάρι και μου την έδωσαν, κι εγώ την απόθεσα πάνω στο γραφείο τους και γύρισα περιφρονητικά το κεφάλι. Ύστερα πλήρωσα μια σεβαστή διαφορά στο εισιτήριό μου—και της γυναίκας μου—για να μπορέσω να ταξιδέψω την επόμενη μέρα, καθώς και μια βραδιά διαμονή και διατροφή επί γερμανικού εδάφους. Ο συζυγικός καυγάς που ακολούθησε στο ξενοδοχείο ήταν αναπόφευκτος, αλλά έκανε την αναμονή πιο ζωντανή και ενδιαφέρουσα. Μου τά ’ψαλε εκείνη, της είπα κι εγώ όλα τα δικά μου παράπονα. Ισοπαλία. Σημειώσατε Χ.
     Έτσι νόμιζα. Μόλις επιστρέψαμε από το ταξίδι, χωρίς δεύτερη κουβέντα άδειασε το συρτάρι με τις κάλτσες μου και άρχισε να τις εξετάζει μία-μία στο φως. Ξεδιάλεξε τις καλύτερες, εκείνες με τον διζωνικό κλιματισμό, και τις πέταξε στα σκουπίδια…

A classic case of vanity

Πρωτοδημοσιεύθηκε στο Διαδικτυακό περιοδικό Hektoen International

In The Citadel, A. J. Cronin’s quintessential medical novel, the hero, Dr Andrew Manson, still a junior doctor in country practice, is unhappy with his lowly professional status and wonders how he can improve matters. Christine, his devoted wife, urges him to try and obtain a higher medical qualification, perhaps the MRCP, the Membership of the Royal College of Physicians. «The MRCP—they only give that to the crowned heads of Europe!» he exclaims in some dismay. Along with Manson we learn that even well into the first half of the twentieth century the Membership examination was not only about medical knowledge, but also included either Greek or Latin and at least one other foreign language as part of a physician’s panoply to fight disease or attempt to fathom its secrets by studying the real classics, Hippocrates or Galen.

A lot of water has passed under the bridge since Cronin’s time, and the examination has undergone many changes. By the time I took the test back in 1990, no particular familiarity with Latin or Greek was required (indeed a demand for the latter might have been in my favor). However, you still had to know a lot of medicine and be sure of your facts: wrong responses in the multiple choice paper would get you negative marks, so guessing was out of the question (this system was later changed). After passing three additional written papers, one still had to display more than adequate clinical skill in examining patients, eliciting and interpreting physical signs under the close scrutiny of paired examiners—one asking the questions and the other grading the candidate’s responses. I felt reasonably proud of myself when I received a «Pass» letter after my second attempt. There were a few moments of basking in glory when the diplomas were awarded in Edinburgh a month later. I was the only Greek in that particular batch of members, among scores of successful British, Indian, Pakistani and Chinese candidates as well as individuals representing a broad range of other nationalities. As Professor Anthony Toft, then Vice President of the College, said in his address, «It is a tough examination, but now that you have passed, you would not want it to be otherwise.» I am sure we all felt he was right, and his comment flattered us to no end.

Over the next few years the Membership was the ticket to advancement in my hospital career. This is not an exit, but an entry qualification: you only proceed to higher medical education and specialization in the United Kingdom after you have secured your diploma. Its possession enabled me to train in respiratory medicine, do a doctoral thesis, and even obtain temporary summertime posts as consultant physician in the UK years after I had established my base back home. I added MRCP(UK) after my name on my professional cards and notepaper, and felt a secret thrill of pride whenever I was asked to explain the initials and realized how few of my colleagues possessed that coveted title. Many Greek doctors had trained in Britain for various periods of time but had never attempted to take such a demanding examination. On seeing the title some expressed genuine admiration and approval, others (notably academics) displayed a sour grapes reaction («I haven’t got it so it must not be really important«), and the great majority simply ignored it as it meant nothing to them. It did not take me long to realize that the precious Membership did not carry much weight in my home country, and that I would only need it again if I ever decided to return to the UK. Naturally, as with all professional examinations worthy of their name, its objective value (which has nothing to do with personal vanity) lies in the fact that «it teaches more than it tests» as the saying goes. Still, the diploma, with its three distinctive red wax seals, looks pretty good among its peers on the wall of my consulting room.

I must now briefly digress. In the first chapter of The Hound of the Baskervilles, that other classic by a physician who made his name as detective fiction writer, Sherlock Holmes is examining a walking stick abandoned in his rooms by a visiting doctor. He teases Dr. Watson about his owner, so Watson takes down the Medical Directory and ruefully confirms the visitor’s details as deduced by Holmes before he appears at their doorstep in person. Obviously the possibility of running a Google search and getting reams of relevant (and not so) information at the flick of a wrist would be unthinkable not only for Arthur Conan Doyle but even for Jules Verne, the father of science fiction, no matter how vivid the latter’s imagination might be.

In any case, one morning a few months before I was to leave Britain a publisher’s invitation to buy the latest edition of the Medical Directory arrived in my letterbox. I was tempted to buy it for reference. That was my excuse anyway, the unspoken reason being that it contained, among thousands of other doctors, a few lines dedicated to my person, including the coveted initials of the membership after my name. For a mere hundred-and-fifty pounds sterling I could own my personal copy and look up my details whenever I was in need of an ego booster. I could even casually show them to friends and colleagues as proof of my proud passage through the medical ranks of the United Kingdom.

Only the other day, as I was searching for something else in the back row of crammed bookshelves, I cast my eyes on the three red cloth-bound volumes. They have been now gathering dust there for eighteen years; their existence, let alone their reference value, was completely forgotten. After all these years my edition of the Directory is to a great extent outdated, though not entirely valueless. We often scoff at people who spend large sums of money on fanciful tailor-made outfits that are only to be worn once on some special occasion, to be discarded or even destroyed afterwards. If one can put a price on medical vanity, now I know that my personal tag was one-hundred-and-fifty pounds back in 1994. I wonder how much it would be worth today.

Μυστικά και ψέματα: υποκλοπές και ‘λησταί λογισμοί’

Δημοσιεύθηκε στο Αντίφωνο 1/11/2013

Στην δραματική ‘Έβδομη σφραγίδα’ του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ο πρωταγωνιστής ιππότης Αντώνιος Μπλοκ προκαλεί τον Θάνατο (που έρχεται να τον πάρει) να παίξει μαζί του μια παρτίδα σκάκι. Κάποια στιγμή μπαίνει σε μια εκκλησία να εξομολογηθεί και αφηγείται στον ιερέα (που βρίσκεται πίσω από παραπέτασμα, κατά την πρακτική της δυτικής εκκλησίας) τις μέχρι τώρα εμπειρίες του και τις κινήσεις που σχεδιάζει να κάνει στο μέλλον. Όταν τελειώνει την εξομολόγηση, το παραπέτασμα ανοίγει, και αποκαλύπτεται ότι αυτός που τον άκουγε ήταν ο ίδιος ο Θάνατος, ο αντίπαλός του στο παιχνίδι.

Ανέκαθεν υπήρχαν χώροι της ανθρώπινης ζωής που καλύπτονταν ακόμη και θεσμικά ώστε να διασφαλίζουν το απόρρητο, την ιδιωτικότητα, την προστασία από ανεπιθύμητους ακροατές. Η ιατρική εργασία και το Μυστήριο της Εξομολόγησης είναι τα δυο πιο γνωστά παραδείγματα. Ακόμη και από καθαρά κοινωνική σκοπιά όμως, το να κρυφακούει κανείς τις συνομιλίες άλλων ήταν (τουλάχιστον μέχρι πριν από την εισβολή της κινητής τηλεφωνίας) κακή κοινωνική συμπεριφορά, την οποία απέφευγαν οι καθώς πρέπει άνθρωποι. Στην εποχή μας, με την ισοπέδωση πολλών άλλων κοινωνικών συμπεριφορών, έχουμε πάει στο άλλο άκρο: οι τηλεφωνικές μας συνομιλίες γίνονται συχνά, μεγαλόφωνα και επιτηδευμένα, μέσα σε χώρους πολυσύχναστους (π.χ. δημόσιες συγκοινωνίες), χωρίς να σκεφτόμαστε ποιος ακούει και τι.

Η κατασκοπία είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Επίκεντρο και στόχος της είναι η συλλογή πληροφοριών που μπορεί να έχουν στρατηγική σημασία απέναντι σε κάποιον αντίπαλο, αρχικά στρατιωτικό ή πολιτικό, που όμως σιγά-σιγά γενικεύθηκε και σε κάθε χώρο όπου υπάρχει κάποιου είδους ανταγωνισμός. Έτσι ακούμε για κατασκοπία βιομηχανική, επιστημονική, μεταξύ ποδοσφαιρικών ομάδων εν όψει αναμετρήσεων μεταξύ τους κτλ. Στην εποχή μας η ‘πληροφορία’ έχει αναχθεί σε είδωλο, η λατρεία του οποίου δεν φαίνεται να γνωρίζει όρια, ενώ η δίψα γι’ αυτήν είναι μονίμως ακόρεστη. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες δεν θέλει πολύ για να θεοποιηθεί η δυνατότητα της συνεχούς πληροφόρησης για όλα και για όλους. «Ας τα μαθαίνουμε όλα, κάτι μπορεί να μας φανεί κάποτε χρήσιμο», φαίνεται να είναι η αρχή που διέπει όλες τις υπηρεσίες πληροφοριών.

Με το πνεύμα αυτό μπορούμε να εννοήσουμε όλη αυτή την, υστερική θα έλεγε κανείς, προώθηση της ψηφιακής τεχνολογίας: δεν πρόκειται απλώς για καταναλωτική μανία, αλλά κάνει και τη ζωή των κάθε είδους ωτακουστών, θεσμικών και αθέσμων, πολύ πιο εύκολη. Οι ασύρματες επικοινωνίες υποκλέπτονται πολύ πιο εύκολα από τις καλωδιακές (που χρειάζονται φυσική παρέμβαση στο δίκτυο). Από την άλλη μεριά, η κάθε κίνηση του ποντικιού μας στον υπολογιστή, το κάθε κλικ στο Διαδίκτυο, καταγράφεται ως προτίμηση, άρα ενδιαφέρον από μέρους μας, και προστίθεται στα χαρακτηριστικά που απαρτίζουν το ‘προφίλ’ μας. Οι τηλεοπτικές μας επιλογές μέσω του ψηφιακού σήματος δεν μας δίνουν απλώς καθαρότερη εικόνα (αυτό είναι το εμπορικό δόλωμα), αλλά λειτουργούν αμφίδρομα καταγράφοντας τις προτιμήσεις μας, άρα και το τι θέλουμε να βλέπουμε (φανερά ή κρυφά). Ουδέν κρυπτόν, τα πάντα είναι πλέον ‘γυμνά και τετραχηλισμένα’.

Και ξαφνικά, κάτι απ’ όλα αυτά βγαίνει στη φόρα, και εξανιστάμεθα (με πρώτους τους αρχηγούς των κρατών) και διαρρηγνύουμε τα ιμάτιά μας για την έκταση και το βάθος των παρακολουθήσεων και υποκλοπών. Αν αυτό δεν αποτελεί το άκρο άωτο της υποκρισίας, πώς αλλιώς να το ονομάσουμε; Δεν ξέραμε ότι συμβαίνουν οι παρακολουθήσεις; Αν είναι δυνατόν! Ιδιαίτερα οι ‘μεγάλοι’ το ξέρουν πολύ καλά. Τότε, τι είναι αυτό που ενοχλεί; Ίσως όχι τόσο το ότι ‘οι άλλοι’ ξέρουν τόσα πολλά για μας, όσο το ότι δεν ξέρουμε εμείς ακόμη περισσότερα για εκείνους. Κι ακόμη, ίσως το ότι γίνεται ευρέως γνωστό το γεγονός της αμοιβαίας παρακολούθησης που το κρατούσαμε ως επτασφράγιστο μυστικό.

Ας πάρουμε ένα πρακτικό παράδειγμα. Δεν είμαι γνώστης του μπριτζ, αλλά φαντάζομαι ότι το να ξέρεις τι χαρτιά έχει στα χέρια του ο αντίπαλος σου δίνει ένα πλεονέκτημα απέναντί του. Αν δεν έχεις ηθικές αναστολές και σου δοθεί η ευκαιρία να δεις τα χαρτιά του, δεν θα την αδράξεις; Κι αν υποθέσουμε ότι ‘βλέπεις’ κάτι παραπάνω, θα είσαι τόσο αφελής ώστε να προειδοποιήσεις τον αντίπαλο για όσα ξέρεις; Στη στρατηγική, δείχνεις στον άλλο ότι γνωρίζεις τις προθέσεις του μόνο αν θέλεις να αποτρέψεις κάτι χειρότερο. Υπό την έννοια αυτή, το να λες δημοσία το τι κάναμε στο παρελθόν και αν και ποιους παρακολουθούσαμε είναι συμπεριφορά ανόητη, αν όχι ‘πάγκακη’ τακτική.

Η προληπτική γενική παρακολούθηση οδηγεί σε αμοιβαία καχυποψία, κι αυτή με τη σειρά της εύκολα δίνει αφορμές για παρερμηνεία σκέψεων και προθέσεων. Η παρερμηνεία όχι σπάνια μεταφράζεται σε ‘προληπτικές ενέργειες’, που στην παγκόσμια σκακιέρα φτάνουν μέχρι την φυσική ή ηθική εξόντωση των υποτιθεμένων αντιπάλων. Την έκταση και τις διαστάσεις αυτού του φαινομένου δεν μπορούμε να την γνωρίζουμε. Τα ‘λάθη’ και οι ‘παράπλευρες απώλειες’ που κάθε τόσο βλέπουν το φως της δημοσιότητας είναι απλώς καυτά πιτσιλίσματα από το καζάνι που βράζει και μας δίνουν μόνο μια ιδέα για το τι γίνεται εκεί μέσα. Με μια λέξη, κόλαση, με την έννοια που της έδινε ο Σαρτρ («οι άλλοι»).

Το φαινόμενο των υποκλοπών έχει και μεταφυσικές προεκτάσεις. Συχνά μας ενοχλεί η διδασκαλία της εκκλησίας για την παντογνωσία και πανταχού παρουσία του Θεού. Η ιδέα ότι Κάποιος ξέρει τα πάντα για μας, ακόμη και τις σκέψεις που δεν τολμούμε να εξωτερικεύσουμε και τις ανομολόγητες επιθυμίες που τριγυρνούν στο μυαλό μας, δεν είναι καθόλου ευχάριστη, μας κάνει να νιώθουμε άβολα, την θεωρούμε περιορισμό της ελευθερίας μας. Επειδή ακριβώς δεν μας βολεύει, συχνά την αρνούμαστε ή την απωθούμε ή την απορρίπτουμε. Και ξαφνικά διαπιστώνουμε ότι η ιδέα αυτή έχει πάψει να είναι απλώς θεωρητική διδασκαλία και έχει γίνει πλέον χειροπιαστή πραγματικότητα. Και αυτός ο κάποιος δεν είναι απλώς το Υπέρτατο Ον, αλλά άνθρωποι σαν κι εμάς, με δικά τους κίνητρα, επιδιώξεις, συμφέροντα, που βέβαια δεν συμπίπτουν καθόλου με τα δικά μας. Το παγκόσμιο παιχνίδι παίζεται με ‘σημαδεμένη’ τράπουλα.

Η συνειδητοποίηση ότι κάποιοι μπορούν τόσο εύκολα να μας παρακολουθούν μας οδηγεί στο να ξανασκεφθούμε την έννοια της παγγνωσίας: αν αυτό είναι δυνατό για τους ανθρώπους, τότε τι γίνεται με τον Θεό; Αντίθετα βέβαια με ό,τι συμβαίνει στα ανθρώπινα πράγματα, η γνώση εκ μέρους του Θεού των μυστικών μας δεν ενέχει τον φόβο της παρερμηνείας, ούτε οδηγεί σε ‘προληπτικά χτυπήματα’ από μέρους του, όσο διεστραμμένα κι αν λογιζόμαστε (αλλιώς δεν θα γλίτωνε κανένας). Η παγγνωσία του Θεού δεν είναι αναγκαστικά δεσμευτική αλλά προειδοποιητική. Κατά πολύ αδρή αναλογία, όπως στα ανθρώπινα γινόμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν ξέρουμε ότι άλλοι μας ακούν και μας βλέπουν, έτσι και η αίσθηση της παρουσίας του Θεού μας κάνει πιο προσεκτικούς στο τι θέλουμε, τι σχεδιάζουμε, πώς ενεργούμε απέναντι στους άλλους. Αποδεχόμενοι το γεγονός αυτό, ρυθμίζουμε τη δική μας συμπεριφορά ανάλογα, ώστε να μη ξεφεύγουμε από τα όρια.

Και τελικά, το να είναι κανείς ‘ανοιχτό βιβλίο’, να μην έχει να κρύψει τίποτε από τους άλλους και από τον Θεό, είναι γνώρισμα μόνο των τελείων, δηλαδή των αγίων.