Περιορίζοντας τη σπατάλη φαρμάκων

[Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ 26/11/2009]

Προ καιρού μου ζητήθηκε να ξεκαθαρίσω την φαρμακευτική συλλογή αποβιώσαντος ασθενούς. Μεταξύ πολλών και ποικίλων μεμονωμένων ιδιοσκευασμάτων που βρήκα (αναλγητικά, αντιβιοτικά, υπακτικά, βιταμίνες κτλ.), υπήρχαν, ενδεικτικά, και τα ακόλουθα:

  • 14 κουτιά ενός καρδιολογικού φαρμάκου (50 δισκία το καθένα)
  • 16 κουτιά ενός (όχι φθηνού) αντιυπερτασικού (28 δισκία το καθένα)
  • 13 κουτιά άλλου καρδιολογικού φαρμάκου
  • 7 κουτιά με φύσιγγες ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους
  • χημειοθεραπευτικά και συνοδά φάρμακα (αντιεμετικά, αυξητικοί παράγοντες της λευκής σειράς κτλ.) συνολικού κόστους άνω των 3000 Ευρώ (μόνο η τελευταία ομάδα).

Ένας πρόχειρος λογαριασμός, με βάση τις τιμές των σκευασμάτων, έβγαλε γύρω στις 5000 Ευρώ. Παρόμοιες ‘συλλογές’, με ποικίλο μέγεθος, σύσταση και κόστος, συναντούμε συχνά παίρνοντας το φαρμακευτικό ιστορικό των ασθενών μας. Τα προβλήματα που ανακύπτουν από την περίεργη αυτή ‘αποταμίευση’ είναι πολλά και σοβαρά:

  • πολυφαρμακία, συχνά ανεξέλεγκτη, με δυνητικές συνέπειες υγείας για τους ασθενείς
  • κατάχρηση στην αναγραφή, με την έννοια ότι πολλά από τα φάρμακα αυτά δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ποτέ (είτε λόγω λήξης τους είτε λόγω αλλαγής των περιστάσεων του ασθενούς, όπως ο θάνατος ή η αλλαγή της φαρμακευτικής αγωγής)
  • σπατάλη αλόγιστη, που βέβαια επιβαρύνει συνολικά τα ασφαλιστικά ταμεία, και συνεπώς όλους μας.

Το πρόβλημα της διόγκωσης των φαρμακευτικών δαπανών έρχεται και ξανάρχεται στην επικαιρότητα χωρίς να αντιμετωπίζεται ουσιαστικά. Δεν αμφισβητώ τις καλές προθέσεις των υπουργών που καλούνται να το επιλύσουν. Ωστόσο οι διάφοροι περιορισμοί τύπου ‘λίστας’ που επιχειρήθηκαν κατά καιρούς δεν αποδίδουν, εφόσον μπορούν νομίμως και Ελληνοπρεπώς να καταστρατηγούνται με τη λέξη ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟ και με μια μονογραφή και σφραγίδα. Αντί γι’ αυτούς θα μπορούσαμε να σκεφθούμε μερικά πιο ουσιαστικά μέτρα περιορισμού της αλόγιστης φαρμακευτικής σπατάλης που εφαρμόζονται σε διάφορα ξένα συστήματα υγείας, με καλά αποτελέσματα, όπως:

  • Να υπάρχει ΕΝΑΣ ενιαίος φορέας υγείας, ΕΝΑΣ τρόπος χορήγησης φαρμάκων, ΕΝΑΣ ελεγκτικός μηχανισμός για όλους τους ασθενείς (ώστε π.χ. να μη παίρνει ο ίδιος ασθενής άλλα φάρμακα από ιδιώτη γιατρό, άλλα από το ΙΚΑ και άλλα από το νοσοκομείο, για την ίδια πάθηση).
  • Να υπάρχει σύστημα επιστροφής των φαρμάκων για ‘ανακύκλωση’ στην αγορά, στα νοσοκομεία κτλ. εφόσον παραμένουν αχρησιμοποίητα (π.χ. μετά από αλλεργία στο πρώτο χάπι, αλλαγή αντιβίωσης κτλ.) και πριν λήξουν.
  • Η συνταγογραφία να γίνεται με φαρμακευτικά και όχι με εμπορικά ονόματα, και να λαμβάνει υπόψη τα φάρμακα που ήδη έχει στα χέρια του ο ασθενής (ενδεικτικά, υπάρχει φαρμακευτική ουσία που κυκλοφορεί με 58 διαφορετικά εμπορικά ονόματα!).
  • Χρήση εσωτερικών συνταγολογίων στα νοσοκομεία, που δεν θα υποχρεούνται να έχουν διαθέσιμα όλα τα σκευάσματα κάθε κατηγορίας (π.χ. 20 διαφορετικές κεφαλοσπορίνες), όσο δαπανηρά κι αν είναι, όταν υπάρχουν φθηνότερα ισοδύναμα.
  • Δημοσίευση και κοινοποίηση στους γιατρούς συγκριτικών πινάκων με τιμές ομοειδών σκευασμάτων (πολλοί από μας δεν γνωρίζουμε πόσο κάνει κάθε φάρμακο).
  • Τακτικός εσωτερικός έλεγχος (audit) της κατανάλωσης φαρμάκων από διάφορα νοσοκομειακά τμήματα, ιατρεία ΙΚΑ κτλ. και αιτιολόγηση τυχόν μεγάλων διαφορών και αποκλίσεων.
  • Να υποχρεούνται οι ασθενείς να προσκομίζουν πάντα τα φάρμακά τους στο γιατρό για επανέλεγχο (είναι γνωστό ότι τα φάρμακα εύκολα αναγράφονται και πολύ πιο δύσκολα διακόπτονται, με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να τα παίρνουν επ’ αόριστον διότι κανείς δεν τους είπε να τα σταματήσουν).
  • Κατάργηση των ετοίμων συσκευασιών (ποικίλων ονομάτων και χρωμάτων για κάθε φαρμακευτική ουσία), αναγραφή και διάθεση φαρμάκων με αριθμό δισκίων, φυσίγγων κτλ., σε ποσότητα ανάλογη με τη δοσολογία του φαρμάκου, και με αντίστοιχη χρέωση.
  • Απαγόρευση της εκ των υστέρων αναγραφής φαρμάκων που έχουν ήδη αγορασθεί αυθαίρετα από τους ασθενείς (εφόσον δεν αποτελούν μέρος συνεχιζόμενης θεραπείας θα πρέπει να τα πληρώνουν στο ακέραιο).
  • Συνεχής διδασκαλία και ενημέρωση των γιατρών στα θέματα συνταγογραφίας, κόστους της υγείας και φαρμακοεπαγρύπνησης με επίσημα δελτία.
  • Αξιοποίηση των πορισμάτων που έχουν εκδοθεί από έγκυρους επιστημονικούς φορείς (όπως το βρετανικό ινστιτούτο κλινικής αριστείας [NICE]) για το ποιες θεραπείες δεν έχουν αποδεδειγμένο αποτέλεσμα, και συνεπώς δεν πρέπει να εγκρίνονται.
  • Από ένα σημείο και πέρα τυχόν υποτροπιάζουσες καταχρήσεις θα πρέπει να έχουν πειθαρχικές, οικονομικές, ακόμη και ποινικές συνέπειες, τόσο για τους γιατρούς και τους φαρμακοποιούς όσο και για τους ασθενείς. Επιτέλους κάποια στιγμή θα πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε το φάρμακο σαν κοινό καταναλωτικό αγαθό.

Koριοί, κοράκια και Ιούλιος Καίσαρας

[Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα 2006 (τεύχος 41)]

Εδώ και μέρες εκατομμύρια Έλληνες παρακολουθούμε το σήριαλ των υποκλοπών να εκτυλίσσεται στις οθόνες και τα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ (= Μέσα Μαζικής Εξάρτησης). Ξεκινώντας από τους ηλεκτρονικούς ‘κοριούς’ (όλοι υποπτευόμασταν ότι υπάρχουν, απλώς δεν φανταζόμασταν την έκταση και την εμβέλειά τους) και συνεχίζοντας με τα ‘κοράκια’ που κράζουν απ’ όλες τις πλευρές για πορισμό πολιτικού κέρδους (λες και θα είχαν την όποια δυνατότητα να πράξουν διαφορετικά), καταλήγουμε—για άλλη μια φορά—σε μια και μόνη οδυνηρή διαπίστωση. Στην Ελλάδα δεν φαίνεται να υπάρχει σχεδόν κανένα κίνητρο ή ερέθισμα που να μπορεί να συσπειρώσει τον υπεύθυνο (η λέξη έχει δυο σημασίες: δηλώνει όχι μόνο αυτόν που εκτιμά, αποδέχεται και επωμίζεται τις συνέπειες των λόγων και των έργων του, αλλά και τον φταίχτη και υπαίτιο) πολιτικό κόσμο όλων των πλευρών σε μια σοβαρή και αρραγή στάση απέναντι σε πραγματικούς ενόχους και ανεύθυνους δημοσιογράφους και τηλεπαρουσιαστές.

Ακούσια μου έρχεται στο νου ο Μάρκος Αντώνιος, που πενθώντας (με κροκοδείλια δάκρυα) τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα στην ομώνυμη τραγωδία του Σαίξπηρ, απευθύνει μεταξύ άλλων τα παρακάτω λόγια στους πολίτες της Ρώμης (Πράξη 3η, Σκηνή 2η, απόδοση δική μου):

Αφέντες, αν είχα τη διάθεση να ξεσηκώσω

Τις καρδιές και τα μυαλά σας σε οργή και ανταρσία,

Θ’ αδικούσα τον Βρούτο και θ’ αδικούσα τον Κάσσιο,

Που, όπως όλοι ξέρετε, είναι έντιμοι άνθρωποι.

Δεν θα τους αδικήσω: διαλέγω μάλλον

Ν’ αδικήσω τους νεκρούς, ν’ αδικήσω τον εαυτό μου και σας

Παρά ν’ αδικήσω τέτοιους έντιμους άντρες.

Βέβαια ο αναγνώστης μπορεί να βάλει στη θέση του Βρούτου και του Κάσσιου όποια ονόματα θέλει (φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, κράτη, οργανισμούς, ‘φορείς’, θεσμικά και εξωθεσμικά κέντρα αποφάσεων και συμφέροντα) και να υποθέσει ότι όλοι οι δημόσια εμπλεκόμενοι φαίνεται να διαλέγουν τη λύση του Μάρκου Αντωνίου: προτιμούν να αδικήσουν εαυτούς και αλλήλους, ακόμη και τον νεκρό (έχουμε κι απ’ αυτόν*, έστω κι αν δεν είναι ‘Καίσαρας’), παρά να τα βάλουν με ‘τέτοιους έντιμους άντρες’ διότι, όπως ο ίδιος λέει λίγο παρακάτω,

Αυτοί που έκαναν την πράξη είναι έντιμοι:

Τι προσωπικά παράπονα είχαν, αλίμονο, δεν ξέρω,

Που τους έκαναν να το πράξουν: είναι σοφοί και έντιμοι,

Και, χωρίς αμφιβολία, θα σας απαντήσουν μ’ εξηγήσεις.

Ωστόσο, ο πραγματικός σκοπός του Μάρκου Αντωνίου (να επωφεληθεί προσωπικά από τη δολοφονία, έστω και με δημαγωγία) δεν αργεί να φανερωθεί. Στο τέλος της σκηνής, έχοντας συνεγείρει—με την ανάγνωση της ‘διαθήκης του Καίσαρα’ που δίνει ‘παροχές’ στους πολίτες—τον λαό που αποχωρεί σηκώνοντας τον νεκρό, ο νεαρός λαοπλάνος μονολογεί:

Και τώρα, άσε το πράγμα να δουλέψει. Σκανταλιά, ξεκίνησες,

Τράβα τώρα όποιο δρόμο θέλεις!

Η τακτική του ‘Διαίρει και βασίλευε’ είναι παλιά και δοκιμασμένη. Φαίνεται ότι κάποιοι τη γνωρίζουν καλά και την εφαρμόζουν στη ράχη ημών των νεοελλήνων, που δεν γνωρίζουμε όχι τον Σαίξπηρ, αλλά ούτε καν τον εθνικό μας ποιητή, που προειδοποιούσε, εδώ και δυο αιώνες τώρα ότι:

Σαν μισούνται αναμεσό τους

Δεν τους πρέπει λευτεριά.

Αν μπαίναμε στον κόπο να συσχετίσουμε τα δυο κείμενα και να τα αναγάγουμε στη δική μας σημερινή πραγματικότητα, ίσως θα μπορούσαμε να φανταστούμε (και στη συνέχεια να δείξουμε έμπρακτα) μια διαφορετική εθνική στάση απέναντι στις κάθε είδους προκλήσεις, είτε προέρχονται από κοριούς είτε από κοράκια. Ακόμη και από Καίσαρες.

*Κώστας Τσαλικίδης, ο υπάλληλος της Vodafone που ‘αυτοκτόνησε’.

Παραπέμποντες και ανταποδόσεις

[Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα 2008 (τ. 52)]

«Του έκανα την αγγειοπλαστική, όλα έγιναν μια χαρά, την άλλη μέρα πήγε σπίτι. Μου ζήτησε και απόδειξη, και βέβαια του την έδωσα. Πώς να του εξηγήσω όμως ότι από τα ΧΧΧ Ευρώ που πλήρωσε το 40% πηγαίνει στον ‘παραπέμποντα’ ιατρό;»

Δύσκολο πράγμα να επιχειρείς να βγάλεις καυτά κάστανα από τη φωτιά. Κάποια στιγμή όμως θα πρέπει να πούμε τα σύκα σύκα. Και να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν ‘γιατροί’ (ας μην αρχίσουν οι συνδικαλιστές να μιλούν για ‘ελάχιστη μειοψηφία επιόρκων’ και άλλους παρόμοιους ευφημισμούς) που ως κύρια εργασία και βασική πηγή εισοδήματος έχουν το να ‘παραπέμπουν’ ασθενείς για πλήθος παρακλινικών και απεικονιστικών εξετάσεων και για επεμβατικές πράξεις χειρουργικές και μη, χρήσιμες ή άχρηστες, αναγκαίες ή και περιττές, και συνεπώς δυνητικά επικίνδυνες.

Η ειδικότητα του ‘παραπέμποντος’ (συνώνυμο: ‘συστήσαντος’ ή ‘αποστέλλοντος’) ιατρού δεν είναι και πολύ καινούργια, ίσως όμως είναι ιδιαίτερα ελκυστική στην εποχή μας, για πολλούς λόγους:

– Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη άσκηση σε αναγνωρισμένα κέντρα

– Δεν χρειάζεται αναμονή (πολύ βασικό)

– Δεν έχει διδακτέα ύλη ούτε δύσκολες εξετάσεις

– Δεν απαιτεί κεφάλαια ή άλλα προσόντα για την έναρξη του επαγγέλματος (πέρα από ανάλογο ‘πάχος δέρματος’)

– Δεν περικλείει ιδιαίτερους επαγγελματικούς κινδύνους και δεν χρειάζεται ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης

– Δεν την πιάνει κανένα γνωστό οικονομικό ή φορολογικό τεκμήριο

– Και τέλος, οι γιατροί πλήθυναν πολύ στη χώρα μας, και πρέπει να ζήσουν όλοι.

* * * * *

Υπάρχει βέβαια η θετική έννοια της παραπομπής, που δεν πρέπει να αγνοήσουμε. Παραπέμπω κάποιον ασθενή μου σε συνάδελφο άλλης ειδικότητας, ή ακόμη στον εξειδικευμένο σε κάποιο συγκεκριμένο νόσημα στον ίδιο χώρο, όταν γνωρίζω πού εξαντλούνται τα όρια της δικής μου εμπειρίας ή δυνατότητας να προσφέρω κάτι. Τον παραπέμπω με την ανάλογη πληροφόρηση (τόσο του ασθενούς όσο και του συναδέλφου), για να λάβει ουσιαστική βοήθεια στο πρόβλημά του, και για να κερδίσω ίσως κι εγώ κάτι σε επιστημονική γνώση από τη συνεργασία με τον άλλο ειδικό. Μέχρις εκεί, και χωρίς άλλο όφελος ή αντάλλαγμα. Αυτού του είδους η παραπομπή όχι μόνο επιτρέπεται, αλλά επιβάλλεται, και αποτελεί την ιδανική κατάσταση συνεργασίας για την εξυπηρέτηση του πάσχοντος.

* * * * *

Ας γυρίσουμε όμως στον ‘παραπέμποντα’, με την αρχική σημασία που του δώσαμε. Επιδίωξη και απολαβή του είναι η ‘ανταποδοτικότητα’ (εργαστηρίων, επεμβατικών γιατρών κτλ.), που συχνά προσφέρεται από την ‘άλλη πλευρά’ από την πρώτη ήδη επίσκεψη γνωριμίας («Η ανταποδοτικότητα του εργαστηρίου μας είναι Χ%», «Από τα Ψ Ευρώ της επέμβασης τα Ω ανήκουν στον παραπέμποντα γιατρό»). Για όσους ενδιαφέρονται για τα νούμερα, το Ω μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 20 και 50% του Ψ. (Ας σημειώσουμε με την ευκαιρία αυτή, χωρίς περισσότερα σχόλια, ότι αυτή η απρόσκλητη προσφορά ανταπόδοσης μπορεί να παρακινεί κάποιους ‘αποδέκτες’ να γίνονται ‘καθ’ έξιν παραπέμποντες’).

Το σχόλιο με το οποίο άρχισα τη συζήτηση το έχω ακούσει σε πολλές παραλλαγές. Υπάρχουν περιπτώσεις (που θα ήταν για γέλια αν δεν ήταν κυριολεκτικά για να τραβάς τα μαλλιά σου) όπου δυο διαφορετικοί ‘παραπέμποντες’ διεκδικούν ‘ανταπόδοση’ για τον ίδιο άρρωστο («Ξέρεις, εγώ του μίλησα πρώτος για σένα»). Τη χρυσή εποχή της δραχμής εκπρόσωπος διαγνωστικού κέντρου ακούστηκε να λέει ότι «Εμείς δίνουμε 30 (χιλιάδες) για κάθε μαγνητική (που μας στέλνετε) ενώ άλλα κέντρα δίνουν μόνο 25». Πώς να γλιτώσει έπειτα ο άρρωστος από τις παραπομπές; Και πώς να σωθούν τα διάφορα ταμεία από την γενναιόδωρη αφαίμαξη που αυτές συνεπάγονται;

Ποιο φαινόμενο ήρθε πρώτο: η παραπομπή ή η ανταπόδοση; Το ερώτημα έχει θεωρητική μόνο σημασία, όπως το φιλοσοφικό δίλημμα περί ωού και όρνιθος ή το εξίσου ακανθώδες θέμα αν ο χρηματισμός κάποιων δημοσίων λειτουργών ξεκινάει από προσφορά του πολίτη ή από απαίτηση του υπαλλήλου, δηλ. ως απλόχερη δωροδοκία ή ως εκβιαστική δωροληψία. Το τελικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο, απ’ όποιον δρόμο κι αν πάει κανείς.

Υπάρχει λύση στο πρόβλημα; Η περιρρέουσα πραγματικότητα μόνο αμφιβολίες δημιουργεί. Αν ο επεμβατικός αρνηθεί να προσφέρει την ‘ανταπόδοση’, η ‘πηγή’ των ασθενών θα στερέψει: ‘Υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια’, θα του θυμίσει με νόημα ο ‘παραπέμπων’. Είμαστε τόσο πολλοί στον ιατρικό χώρο, που ο ανταγωνισμός είναι δεδομένος και τέτοια φαινόμενα σχεδόν αναπόφευκτα. Εξάλλου, δεν μπαίνει εύκολα κανείς σε διαδικασίες μηνύσεων, καταγγελιών κτλ. που απαιτούν αποδείξεις και χάσιμο χρόνου και ψυχικής ηρεμίας. Το παράδειγμα της Πολιτείας και των θεσμικών οργάνων της (με βάση και διάφορες υποθέσεις που πρόσφατα είδαν το φως της δημοσιότητος) μάλλον ενθαρρύνει παρά αποτρέπει τη διαπλοκή και τον παράνομο πλουτισμό. Η πλήρης απουσία κάθε είδους ελεγκτικού μηχανισμού για τη δεοντολογικά και επιστημονικά σωστή ιατρική πρακτική συμβάλλει με τη σειρά της στη διαιώνιση της ειδικότητας της Παραπομπολογίας. Γιατί να παιδεύεται κανείς να ασκεί την ‘μακρή τέχνη’ του Ιπποκράτη όταν το μόνο ‘επιστημονικό’ όργανο που πρέπει να ξέρει να χειρίζεται είναι το τηλέφωνο;

* * * * *

Ουτοπικό συμπέρασμα: η άσκηση της ιατρικής κατά συνείδησιν, με βάση την καλή επιστημονική κατάρτιση και τη επένδυση χρόνου και κλινικού ενδιαφέροντος στον άρρωστο, χωρίς την προσδοκία του εύκολου και γρήγορου κέρδους, και η συνεργασία με τους συναδέλφους εκεί που ενδείκνυται για το καλό του ασθενούς, χωρίς επιδίωξη ή παροχή ‘ανταπόδοσης’, είναι η μόνη δυνατή αντίδραση. Η καλή μαρτυρία (και το οικονομικό όφελος) ίσως αργήσει να έλθει, θα έλθει όμως σίγουρα, και θα λειτουργήσει θετικά και παραδειγματικά προς όλους, ασθενείς και γιατρούς.

Σημ. Ευχαριστώ τον βετεράνο συνάδελφο που μου πρότεινε να ασχοληθώ με το θέμα, για τις χρήσιμες υποδείξεις του. Αν δεν τον κατονομάζω είναι για να μη δημιουργήσω αδικαιολόγητες υπόνοιες για το πρόσωπό του, και όχι επικαλούμενος το ‘απόρρητο’.

Γραφειοκρατίας Εγκώμιον

[Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα 2002 (26): 22]

Όλοι λίγο ή πολύ έχουμε κατά καιρούς καταφερθεί εναντίον της γραφειοκρατίας. Παραπονιόμαστε για τα χαρτιά που μας ζητούν, τα γραφεία από τα οποία πρέπει να περάσουμε για να τελειώσουμε μια δουλειά, τις ώρες που χάσαμε στη μία ή την άλλη υπηρεσία. Στη συνείδηση του καθενός μας η γραφειοκρατία φαντάζει σαν ένα στοιχειό που κατατρύχει τη ζωή μας και που πρέπει να το κυνηγούμε και να το σκοτώνουμε όπου το βρίσκουμε, χωρίς έλεος και χωρίς τύψεις.

Και όμως, τί θα κάναμε χωρίς γραφειοκρατία; Σκεφθείτε τη θετική πλευρά του πράγματος. Υπάρχουν στρατιές ολόκληρες ανθρώπων που έχουν καθήκον στη ζωή τους να ζητούν χαρτιά, σφραγίδες, υπογραφές, επικυρώσεις, διαδικασίες κ.ο.κ. Εξίσου μεγάλες στρατιές ανθρώπων έχουν το εξίσου μεγάλο καθήκον να ετοιμάζουν τα χαρτιά, να βάζουν τις σφραγίδες και τις υπογραφές, να επικυρώνουν πιστοποιητικά και να ολοκληρώνουν τις παντός είδους διαδικασίες. Και επειδή ‘και ο άγιος φοβέρα θέλει’, ένας σημαντικός αριθμός άλλων ανθρώπων ασχολείται με το να φοβερίζει (άμεσα ή έμμεσα) όλους τους προηγούμενους, ώστε να κάνουν γρήγορα, σωστά και αποτελεσματικά τις δουλειές αυτές. Για καλό και για κακό, υπάρχει και ο ‘τρίτος δρόμος’: οι διάφοροι μεσάζοντες και διεκπεραιωτές, που αναλαμβάνουν (με το αζημίωτο βέβαια) να ‘μιλήσουν’, ώστε όλη η διαδικασία να μην αποβεί σε βάρος της ψυχικής υγείας του πολίτη.

Τί θα έκανε όλος αυτός ο κόσμος αν εξαλείφαμε τη γραφειοκρατία; Στην καλύτερη περίπτωση θα χτυπούσε μύγες (πού είστε, ζωόφιλοι;) ή θα έπαιζε τάβλι σε κανένα καφενείο. Στη χειρότερη… Μην το συζητάτε. Από οικογενειακούς καυγάδες μέχρι κλοπές, ληστείες, αλκοολισμό, ναρκωτικά, και δεν συμμαζεύεται. Εδώ που τα λέμε, τί θα κάνατε ΕΣΕΙΣ αν κερδίζατε όλον αυτό τον χρόνο που ισχυρίζεστε ότι χάνετε με την γραφειοκρατία; Για συλλογισθείτε λίγο: ώρες ολόκληρες που δεν θα ξέρατε πώς να τις διαθέσετε. Αποτέλεσμα; Το ίδιο με το παραπάνω.

Πρέπει όμως να προβληματισθείτε και για ένα ακόμη ζήτημα. Μήπως η απέχθειά σας προς τη γραφειοκρατία τελικά σας έχει βγει σε κακό; Μήπως το βιογραφικό σας σημείωμα αποπνέει εκείνη την αίσθηση της ικανότητας και της αποδοτικότητας που ακριβώς προσπαθεί να αποφύγει ο υποψήφιος εργοδότης σας; Μήπως γι’ αυτό δεν έχετε καταφέρει ποτέ να προσληφθείτε στην ποθούμενη θέση; Μήπως είστε τόσο αποτελεσματικός που η δουλειά σας τελειώνει πριν καν αρχίσει, οπότε δεν υπάρχει δουλειά για σας; Μήπως όλα αυτά τα χρόνια βασιζόσασταν σε λάθος προσόντα για την επιτυχία σας;

Πόσο καλός γραφειοκράτης είστε; Τα παρακάτω επιλεγμένα παραδείγματα γραφειοκρατίας θα σας βοηθήσουν να αξιολογήσετε τον εαυτό σας και να διαπιστώσετε αν έχετε το βασικό αυτό προσόν που χρειάζεται για σοβαρή και υπεύθυνη απασχόληση στον Δημόσιο (οπωσδήποτε), αλλά καμμιά φορά και στον ιδιωτικό τομέα.

  • Γραφειοκρατία είναι η τέχνη του να στριμώχνετε όσο το δυνατόν περισσότερες σφραγίδες και υπογραφές στο μικρότερο δυνατό κομμάτι χαρτιού. Ένα απλό παράδειγμα: το πασίγνωστο Απόκομμα του βιβλιαρίου υγείας του Δημοσίου έχει διαστάσεις 14 Χ 10 cm = 140 cm2. Φέρει κατά μέσον όρο 3 σφραγίδες (ιατρού, ελεγκτή, στρόγγυλη), συχνά εις διπλούν.
  • Γραφειοκρατία είναι η τέχνη του να αμφισβητείτε όσο το δυνατόν περισσότερα από τα στοιχεία που σας προσκομίζονται. Έτσι π.χ. το πιστοποιητικό γέννησης γράφει ότι ο κ. Ταδόπουλος λέγεται Γεώργιος, αλλά πού είναι το χαρτί της βάπτισής του; Και ποιά είναι η κ. Αποτέτοια που υπογράφει αυτό το έγγραφο; Ναι, το βλέπω ότι είναι τμηματάρχης Ω, αλλά σε ποιό ΦΕΚ δημοσιεύθηκε ο διορισμός της; Και πώς ξέρω εγώ ότι όντως υπάρχει Υποδιεύθυνση Διεκπεραίωσης Αμφιβόλων Συναλλαγών; Και πάει λέγοντας.
  • Γραφειοκρατία είναι η τέχνη του να αναβάλλετε για αύριο/για την άλλη εβδομάδα/για το επόμενο ΔΣ/επ’ αόριστον κάτι που μπορείτε να υπογράψετε/εγκρίνετε/επικυρώσετε (ή να απορρίψετε/αρνηθείτε/ακυρώσετε) εδώ και τώρα (όσο περισσότερες αναβολές επιτύχετε, τόσο περισσότερα μόρια παίρνετε).
  • Γραφειοκρατία είναι η τέχνη του να εξασφαλίζετε την μετακίνηση του ενδιαφερομένου σε όσο το δυνατόν περισσότερα γραφεία και υπηρεσίες για τη διεκπεραίωση του ζητήματός του. Όσο μεγαλύτερη η μεταξύ τους απόσταση (οριζόντια και κάθετη) και όσο πιο δύσκολη η μετάβαση από το ένα στο άλλο (π.χ. σε άλλη πόλη), τόσο περισσότερα μόρια γραφειοκρατικής ικανότητος παίρνετε. (Αν μάλιστα έχετε το θράσος να ξεστομίσετε με υπεροπτική περιφρόνηση προς τον ενδιαφερόμενο που ολοκληρώνει ασθμαίνοντας τη μεγάλη κούρσα ότι ‘τελικά δεν χρειάζονταν όλα αυτά τα χαρτιά’, τα μόρια αυτόματα τριπλασιάζονται).

Από τα λίγα στοιχεία που εκτέθηκαν παραπάνω αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτό που ονομάζουμε απλά (και συνήθως με μεγάλη δόση απέχθειας) ‘γραφειοκρατία’ είναι μια πραγματική τέχνη, που αξιοποιεί δημιουργικά την φαντασία του λειτουργού της. Έτσι, σε τελική ανάλυση, έλλειψη γραφειοκρατικής συνείδησης σημαίνει απουσία φαντασίας. Και χωρίς την ‘φαντασία στην εξουσία’, πώς θα πορευθούμε στον 21ο αιώνα;