Άδεια η πόλη

[Γράφτηκε το 2011]

 Άδεια η πόλη, παραμονές γιορτής. Η παράφραση του γνωστού παλιού τραγουδιού μου έρχεται στο νου ως η πιο ταιριαστή περιγραφή της εικόνας που δίνει η μεγάλη μας πόλη, μια μέρα πριν τον Δεκαπενταύγουστο. Ανοιχτές οι μπαλκονόπορτες, μια και ο θόρυβος των δρόμων έχει πέσει σε επίπεδα υποφερτά, σχεδόν νέκρας. Κυριακή, παραμονή αργίας, που σημαίνει ότι η καλοκαιρινή φυγή, που έγινε παράδοση εδώ και χρόνια, έχει ολοκληρωθεί. Χρόνος σιγής, αναμονής, θυμίζει Μέγα Σάββατο. Ευκαιρία να ξεμουδιάσει κανείς από την πολύωρη κατάληψη της καρέκλας. Λίγη άσκηση δεν βλάπτει, η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας είναι ανεκτή. Νοερά καταστρώνω ένα δρομολόγιο για αστικό περίπατο, και παίρνω τους δρόμους.

   Τα στενά είναι τελείως έρημα. Ξερά φύλλα γεμίζουν τα ρείθρα εδώ κι εκεί. Μια αόριστη οσμή από απορρίμματα και αποχετεύσεις κυκλοφορεί στον ζεστό αέρα. Ακόμη και οι γάτες ξαπλώνουν τεμπέλικα στη σκιά των αυτοκινήτων που έχουν μείνει σταθμευμένα στη γειτονιά. Κανείς σχεδόν δεν κυκλοφορεί. Από ένα χαμηλό στενό μπαλκόνι ακούγεται ρυθμικός μεταλλικός κρότος. Πίσω από την κρεμασμένη μπουγάδα διακρίνω δυο γυμνά νηπιακά ποδαράκια να κλωτσούν μια μπάλα πάνω στα κάγκελα. Το ‘γήπεδο’ ίσα-ίσα χωράει τον λιλιπούτειο ποδοσφαιριστή, που δεν εγκατέλειψε την πόλη, Κύριος οίδε για ποιο λόγο.

   Βαδίζω χωρίς εμπόδια. Τα πεζοδρόμια άδεια, δεν σταματώ καν στα φανάρια των διαβάσεων, αφού τα αυτοκίνητα είναι σπάνια. Ανεβάζω στροφές, μια και ο περίπατος γίνεται για άσκηση. Στα καφενεία που μένουν ακόμη ανοικτά βλέπει κανείς ένα-δυο ηλικιωμένους να πίνουν νωχελικά τον απογευματινό τους. Μια γριά γυναίκα με μαύρα γυαλιά και το μπράτσο σε γύψο βαδίζει με τη βοήθεια του μπαστουνιού. Ευτυχώς δεν με ενοχλεί η μέση μου, που έχει τη συνήθεια να διακόπτει τέτοιες δραστηριότητες. Τι θα σκέφτονται όσοι βλέπουν κάποιον να βαδίζει γοργά τέτοια ώρα, με τέτοια ζέστη; Μάλλον δεν στέκει καλά…

   Βαδίζοντας κοιτάζω τα ονόματα των δρόμων. Πολλά τα ξέρω, κάποια άλλα τα βλέπω  για πρώτη φορά. Μερικές διευθύνσεις έχουν τη δική τους σημασία. Κατά καιρούς, στα χρόνια που πέρασαν, επισκέφθηκα εκεί συγκεκριμένους ασθενείς. Οι περισσότεροι με καρκίνο, κανένας δεν ζει σήμερα. Σε κάποιους πήγα μόνο για να υπογράψω το πιστοποιητικό θανάτου. Η πορεία που ακολουθώ μου φέρνει στο νου μια σειρά τέτοιες περιπτώσεις, σαν ένα ιδιόρρυθμο τοπογραφικό συναξάρι. Ο Θεός να τους έχει αναπαυμένους όλους.

   Στρίβω στον μεγάλο κεντρικό δρόμο. Εδώ η κίνηση είναι λίγο περισσότερη, και ο θόρυβος το ίδιο. Πιάνω το σκιερό πεζοδρόμιο. Ένα μεγάλο κατάστημα έχει προστεθεί τελευταία στα πολλά άδεια που υπάρχουν τις μέρες αυτές. Τι ήταν πριν; Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να το φέρω στο νου μου. Ακόμη ένα θύμα της κρίσης.

   Μια διπλή σειρήνα σπάζει απειλητικά την ησυχία της πόλης. Δυο πυροσβεστικά οχήματα περνούν με μεγάλη ταχύτητα με κατεύθυνση την έξοδο της πόλης. Εποχή καύσωνα, βλέπεις, αυξημένος ο κίνδυνος σε κάθε στιγμή. Ελπίζω χωρίς σοβαρές συνέπειες.

   Ο τακτικός μανάβης κάθεται όπως πάντα στη γωνιά του, μέσα στο γνωστό παμπάλαιο ημιφορτηγό, χωρίς ιδιαίτερη ασχολία. Μόνο κατά λάθος θα βρεθεί κάποιος που ξέμεινε από φρούτα σήμερα για να τον θυμηθεί. Ένα τετράγωνο παρακάτω μια γκαλερί με κρεμασμένα έργα ζωγραφικής σε διάφορες τεχνοτροπίες. Υποπτεύομαι ότι θα περιμένουν αρκετά για αγοραστή. Primum vivere, βλέπεις. Βέβαια, υπό την πίεση των οικονομικών στερήσεων αναγκάζεται κανείς να σκεφτεί και να φιλοσοφήσει (μάλλον κάποιο λάθος έκαναν οι Λατίνοι). Όχι όμως και να αγοράσει πίνακες.

   Στη στροφή του δρόμου βλέπω μια μεσόκοπη αδύνατη γυναίκα να βαδίζει με τη νυχτικιά της. Η ζέστη από τη μία, οι άδειοι δρόμοι από την άλλη, πού να αλλάζεις ρούχα για μια σύντομη έξοδο; Τη βλέπω να κατευθύνεται προς το ανοιχτό περίπτερο, είκοσι μέτρα πιο πέρα. Μάλλον θα ξέμεινε από τσιγάρα, υποπτεύομαι. Δεν περιμένω να το επιβεβαιώσω.

   Μια δεύτερη σειρήνα χαλάει βάναυσα τον κόσμο δίπλα μας: ασθενοφόρο αυτή τη φορά. Οι αρρώστιες δεν καταλαβαίνουν από γιορτές και αργίες, ενώ τα ατυχήματα συνηθίζουν να συμβαίνουν ειδικά τέτοιες μέρες. Μια βάναυση υπενθύμιση ότι τα ανθρώπινα πράγματα μπορεί να αλλάξουν ξαφνικά. Η φιλοσοφία που λέγαμε.

   Ο περίπατος πλησιάζει στο τέλος. Οι σφύξεις έχουν ανέβει αρκετά, ο ιδρώτας μουσκεύει το γιακά της μπλούζας, ώρα για ντους. Εκεί που σκέφτομαι ότι δεν συνάντησα πουθενά κάποιον γνωστό (ευτυχώς!), βλέπω ένα νεαρό με οικεία φυσιογνωμία να κάθεται στο παγκάκι μιας στάσης λεωφορείου. Με βλέπει κι εκείνος, χαμογελάει και σηκώνεται ευγενικά. ‘Καλησπέρα, γιατρέ!’ μου λέει. Τον αναγνωρίζω, είναι νοσηλευτής στο χώρο που εργάζομαι. Του ανταποδίδω τον χαιρετισμό και σπεύδω να απομακρυνθώ. Ουδέν κρυπτόν…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s