Οι κάλτσες και η πρόκα

[Δημοσιεύθηκε στο Ιατρικό Βήμα 2014 (τεύχος 66)]

Η ουρά αργοσερνόταν προς τον έλεγχο των χειραποσκευών. Το μεγάλο γερμανικό αεροδρόμιο εξυπηρετούσε πάμπολλες πτήσεις, και η ώρα που πετούσαμε ήταν ιδιαίτερα φορτωμένη. Γύρω μας ένα τεράστιο και πολύχρωμο πλήθος από όλες τις φυλές της Ευρώπης, της Ασίας, της Αμερικής σχολίαζε σε μια Βαβέλ γλωσσών την καθυστέρηση, συζητούσε τα προσωπικά, επαγγελματικά, αισθηματικά του προβλήματα, τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες και την τρέχουσα επικαιρότητα, έλεγε ανέκδοτα και ιστορίες για να περάσει η ώρα. Βήμα με βήμα η απόστασή μας από την ηλεκτρονική πύλη ελέγχου μίκραινε.
      Ήξερα καλά τη ρουτίνα από τόσα προηγούμενα ταξίδια. Το σακάκι στο χέρι, όλα τα μεταλλικά αντικείμενα στις τσέπες του: στυλό, κέρματα, κλειδιά, το φακό της τσέπης, τα γυαλιά μου. Το κινητό θα έμπαινε χωριστά στον δίσκο για τον έλεγχο. Τα ετοίμασα όλα, σαν νομοταγής πολίτης που βασική του έγνοια έχει να μη δυσκολέψει τους συνανθρώπους του που περιμένουν υπομονετικά να ταξιδέψουν. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε, σκέφτηκα, δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε τη ζωή μας πιο δύσκολη. Εξάλλου, αν εμείς δείξουμε καλή διάθεση, θα δείξει και το προσωπικό τη δική του καλή πλευρά.
      Με τις αγαθές αυτές σκέψεις, μόλις έφτασα μπροστά στην πύλη απόθεσα τα προσωπικά μου υπάρχοντα στον δίσκο και κοίταξα ερωτηματικά τον υπάλληλο του ελέγχου: Να περάσω; Εκείνος σιωπηλά αποκρίθηκε με ένα βλέμμα που θύμιζε τις πρώτες συσκευές ακτίνων Χ του μακαρίτη του Ρέντγκεν: όχι μόνο έβλεπαν μέσα από τα αντικείμενα, αλλά άφηναν κι ένα βαθύ ακτινικό έγκαυμα για σουβενίρ. Κάπως έτσι ένοιωσα τα μάτια του. Η ‘ακτινοβολία’ του διέτρεξε το σώμα μου από το κεφάλι μέχρι τη μέση μου, όπου σταμάτησε. Το δεξί του χέρι ακολούθησε το μάτι του: «Τη ζώνη σας», είπε.
      Είχα υποστεί ξανά αυτή τη διαδικασία, και δεν έφερα αντίρρηση. Ευτυχώς το παντελόνι μου στεκόταν από μόνο του—η ζώνη χρησίμευε πρωτίστως για να κρατάει τη θήκη του κινητού. Την έβγαλα και την απόθεσα δίπλα στο σακάκι. Το ακτινοβόλο βλέμμα συνέχισε και ολοκλήρωσε την σάρωση, και ο ‘πομπός’ του μου έγνεψε να προχωρήσω στην πύλη. Γεμάτος αυτοπεποίθηση πέρασα μέσα από το ηλεκτρονικό πλαίσιο—και ο βομβητής σήμανε συναγερμό.
      Έμεινα για μια στιγμή αποσβολωμένος: τι είχα ξεχάσει στις τσέπες μου; Ένοιωσα τις ματιές των ταξιδιωτών πίσω μου να καρφώνονται στη ράχη μου γεμάτες επικριτικά σχόλια. Μια ακόμη αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Περίμενα οδηγίες. Ο υπάλληλος της άλλη πλευράς, γνήσιο αντίγραφο του προηγουμένου, μου έκανε νόημα να απλώσω τα χέρια μου και πέρασε τα δικά του πάνω από τα ρούχα μου με έμπειρο τρόπο. Δεν βρήκε τίποτε—δεν υπήρχε κάτι για να βρει. Επανέλαβε τη διαδικασία με το ηλεκτρονικό του ψαχτήρι, με το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα. Με κοίταξε πάνω-κάτω, κι έπειτα είπε σε τονισμένα αγγλικά: «Βγάλτε τα παπούτσια σας».
      Εκείνη τη στιγμή άλλαξα χρώμα. Ήμουν ένοχος, και με είχαν πιάσει στα πράσα. Όχι για απόκρυψη όπλου ή άλλου επικίνδυνου εργαλείου με σκοπό αεροπειρατεία, βομβιστική επίθεση ή τρομοκρατική ενέργεια, αλλά για ένα έγκλημα τελείως άλλης κλίμακας. Θυμήθηκα ξαφνικά ότι εκείνο το πρωί, καθώς ετοιμαζόμουν για το αεροδρόμιο, είχα προσέξει μια μεγάλη τρύπα σε κάθε κάλτσα μου. Το δεξί μεγάλο δάχτυλο και η αριστερή φτέρνα ήταν εκτεθειμένα στον αέρα του περιβάλλοντος. Συνήθως δεν έδινα σημασία σε τέτοιες ενδυματολογικές λεπτομέρειες: άλλωστε, δεν συνήθιζα να βγάζω τα παπούτσια μου στο γραφείο ή σε άλλους δημόσιους χώρους. Η μόνη φορά που είχα περάσει από τέτοιο βαθμό ελέγχου ήταν στην Αμερική πριν από τόσα χρόνια που είχα ξεχάσει το γεγονός. Κοίταξα τον υπάλληλο με ένα ικετευτικό βλέμμα που έλεγε: «Είναι ανάγκη;» Η απάντησή του ήταν κάτι που θύμιζε τα προαπαιτούμενα για την έγκριση των ελληνικών δόσεων. Δεν σήκωνε αντιρρήσεις, και ήδη είχαμε καθυστερήσει αρκετά τους υπόλοιπους. Δεν γλίτωνα το ρεζιλίκι.
      Αργά έσκυψα να λύσω τα κορδόνια μου. Σίγουρα όλοι αυτοί εκεί πίσω δεν θα πρόσεχαν τις δικές μου κάλτσες, είχαν ένα σωρό άλλα πράγματα να σκεφτούν. Με μία αλλά σημαντική εξαίρεση. Αμέσως πριν από μένα είχε περάσει από τον έλεγχο, με πλήρη επιτυχία και εντελώς ανώδυνα, το έτερον ήμισύ μου, που τώρα παρακολουθούσε υπομονετικά την προσωπική μου ταλαιπωρία. Ακόμη κι αν κανείς άλλος δεν πρόσεχε τις κάλτσες μου, εκείνη θα πρόσεχε μόνο αυτές. Ουαί και αλίμονο! Στη σκέψη της, το μυαλό του κάθε θεατή θα έριχνε συνειρμικά την ευθύνη σ’ εκείνη: Τι κάνει η γυναίκα του; Ούτε ένα ζευγάρι κάλτσες δεν ξέρει να μπαλώσει; Δεν έχει σημασία ότι καμία γυναίκα δεν μπαλώνει πλέον κάλτσες, εκείνη σίγουρα θα σκεφτόταν ότι όλοι οι παριστάμενοι θα έκαναν μόνο τέτοιες σκέψεις. Φανταζόμουν τον καυγά που θα ακολουθούσε και τα δηκτικά της σχόλια. Πώς μπορούσα να ξεφύγω, ή τουλάχιστον να εξιλεωθώ;
     Ξαφνικά, το ειρωνικό μισοχαμόγελο του Γερμανού ελεγκτή που άγρυπνα κατέγραφε την κάθε μου κίνηση μου την έδωσε, και μου έδωσε και την απαραίτητη φλασιά… Ανορθώθηκα περήφανα, έβγαλα επιδεικτικά τα παπούτσια, σήκωσα πρώτα το ένα πόδι και μετά το άλλο προς το μέρος του. ‘Die Krise!’ του φώναξα με μια κραυγή που θύμιζε τις εξάρσεις του μαινόμενου Αδόλφου, και συνέχισα σε ανάμικτα αγγλικά, γερμανικά και ελληνικά (για να με καταλαβαίνουν όσο γίνεται περισσότεροι από το ακροατήριο) με μια ακατάσχετη λογοδιάρροια για την κρίση, τους τοκογλύφους, την τρόικα, τη φτωχοποίηση του λαού μας, τα χρέη, τις τράπεζες, το κατοχικό δάνειο, τους μετανάστες της δεκαετίας του ’60, τους ηρωικούς προγόνους και τους άμοιρους απογόνους μας. «Εσείς μας καταντήσατε έτσι! Επίτηδες τις φόρεσα, για διαμαρτυρία!» ξεφώνισα. Του αράδιασα και όσα ονόματα μου ήρθαν στο κεφάλι εκείνη την ώρα, άσχετα από εθνικότητα και ιδιότητα: Μέρκελ, Σόιμπλε, Ρέσλερ, Ρεν, Λαγκάρντ, Ολάντ, Μπερλουσκόνι, Κάμερον, Ομπάμα, Τόμσεν, Μαζούχ, Μορς, Παπανδρέου, Σαμαράς, Στουρνάρας, Βενιζέλος, Τσίπρας, Αβραμόπουλος, Παπαδήμος, Σεφέρης, Ελύτης, Θεοδωράκης (μπήκε στο μέση και το πολιτιστικό στοιχείο), Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης… Αφού εξάντλησα την αναπνοή μου και ανέβασα πολλές μονάδες το θερμόμετρο, στάθηκα και τον ατένισα αγέρωχα, ελπίζοντας ότι είχε πάρει το μήνυμα.
     Δεν έμαθα ποτέ αν με πίστεψε. Αυτό που μετά βεβαιότητος μπορώ να καταθέσω είναι ότι έχασα την πτήση μου, πέρασα το υπόλοιπο της ημέρας στο κρατητήριο του αεροδρομίου, και χρειάστηκε να έρθει αργά το βράδυ ο έλληνας πρόξενος για να εγγυηθεί για τον πρότερο έντιμο βίο και τις καλές μου προθέσεις και να βεβαιώσει εγγράφως ότι δεν είχα σκοπό να περιυβρίσω τις γερμανικές αρχές και εν γένει το Τέταρτο Ράιχ, αλλά απλώς είχα εκφράσει τη διαμαρτυρία μου με κάπως ακραίο και ασυνήθιστο τρόπο. Πριν με απελευθερώσει, ζήτησε να με δει ιδιαιτέρως και μου έκανε μια ημίωρη αυστηρή επίπληξη για το γεγονός ότι είχα εκθέσει διεθνώς την πατρίδα μου, λέγοντάς μου ότι όλα τα Μέσα είχαν γράψει σχετικό πρωτοσέλιδο (κάποιοι με είχαν απαθανατίσει και ανέβασαν και στο Facebook βίντεο και φωτογραφίες μου με τρύπιες κάλτσες, οι αχρείοι!). Χώρια που είχε αναγκασθεί να αφήσει τη δεξίωση του Γαλλικού προξενείου για χάρη μου. Ζήτησα δουλικά συγγνώμη και υποσχέθηκα να μην το ξανακάνω, τουλάχιστον μέσα στα γεωγραφικά όρια της δικής του δικαιοδοσίας.
      Πριν φύγω από το κρατητήριο απαίτησα (τρόπος του λέγειν, μέχρι και ‘bitte’ τους είπα) να μου αποδώσουν τα παπούτσια μου και να μου εξηγήσουν γιατί ‘χτυπούσαν’. Μου απάντησαν ότι κάπου κάποτε είχα πατήσει μια μικρή πρόκα που ήταν καρφωμένη στη χοντρή σόλα, σε σημείο που δεν την αισθανόμουν, κι επειδή ήταν φτιαγμένη από ανοξείδωτο ατσάλι ενεργοποιούσε το πανευαίσθητο μηχάνημα (γερμανικής κατασκευής και προελεύσεως, από γνωστή εταιρεία που ειδικεύεται σε μίζες—όχι αυτοκινήτων). Την έβγαλαν από ένα συρτάρι και μου την έδωσαν, κι εγώ την απόθεσα πάνω στο γραφείο τους και γύρισα περιφρονητικά το κεφάλι. Ύστερα πλήρωσα μια σεβαστή διαφορά στο εισιτήριό μου—και της γυναίκας μου—για να μπορέσω να ταξιδέψω την επόμενη μέρα, καθώς και μια βραδιά διαμονή και διατροφή επί γερμανικού εδάφους. Ο συζυγικός καυγάς που ακολούθησε στο ξενοδοχείο ήταν αναπόφευκτος, αλλά έκανε την αναμονή πιο ζωντανή και ενδιαφέρουσα. Μου τά ’ψαλε εκείνη, της είπα κι εγώ όλα τα δικά μου παράπονα. Ισοπαλία. Σημειώσατε Χ.
     Έτσι νόμιζα. Μόλις επιστρέψαμε από το ταξίδι, χωρίς δεύτερη κουβέντα άδειασε το συρτάρι με τις κάλτσες μου και άρχισε να τις εξετάζει μία-μία στο φως. Ξεδιάλεξε τις καλύτερες, εκείνες με τον διζωνικό κλιματισμό, και τις πέταξε στα σκουπίδια…

Advertisements

4 thoughts on “Οι κάλτσες και η πρόκα

  1. Γειά,

    ήλθα στο μπλόγκ σου βλέποντας ένα σχόλιό σου στο μπλογκ του Νίκου Σ.

    Μου άρεσαν αυτά που έχεις αναρτήσει. Αυτό μάλιστα με την πρόκα με έκανε να γελάσω πολύ, αν και δεν ήταν όλα για γέλια! 🙂

    Νά ‘σαι καλά
    Γιάννης Ι.

  2. Γιάννη, καλώς ήλθες και ευχαριστώ για το σχόλιο και τα καλά σου λόγια.
    Τα κείμενα είναι κάθε λογής, και έφτιαξα το ιστολόγιο αυτό σαν ένα είδος αρχείου.
    Έχω κι ένα άλλο μπλογκ για καθημερινή χρήση ΕΔΩ.
    Τα ξαναλέμε και πάλι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s