Βυζάντιο και Ρωμανία: μια βιβλιοπαρουσίαση

Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα 2014 (τεύχος 67)

Χίντζογλου-Αμασλίδου Δέσποινα. Τα 1123 χρόνια της Ρωμανίας. Σελ. 380. Εκδόσεις Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2014. ISBN: 978-960-6796-58-6.

‘Γιατί το Βυζάντιο;’ ρωτάει στον τίτλο του τελευταίου της βιβλίου η πασίγνωστη βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Γιατί άραγε; Γιατί έγινε, και πώς έγινε, και γιατί θα πρέπει να μας ενδιαφέρει και να μας απασχολεί; Στο ερώτημά της θα επανέλθουμε παρακάτω.

Μια άλλη μεγάλη βυζαντινολόγος, η Αγγλίδα Judith Herrin, προλογίζει το δικό της βιβλίο, που φέρει τον τίτλο ‘Βυζάντιο: η εκπληκτική ζωή μιας μεσαιωνικής αυτοκρατορίας’, ως εξής. Μια μέρα το 2002, δυο οικοδόμοι που έκαναν επισκευές στο κτίριο του King’s College στο Λονδίνο, όπου εργάζεται η ίδια, χτύπησαν την πόρτα του γραφείου της, που φέρει τον τίτλο ‘Καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας’ και την ρώτησαν: «Τι είναι η Βυζαντινή ιστορία;» Το μόνο που ήξεραν είναι ότι είχε κάποια σχέση με την Τουρκία.

Έτσι, γράφει, βρέθηκα να προσπαθώ να εξηγήσω με συντομία, μέσα σε δέκα λεπτά, τι είναι η Βυζαντινή ιστορία σε δυο σοβαρούς εργάτες με κράνη και βαριές μπότες. Τα τόσα χρόνια μου στην εκπαίδευση δεν με είχαν προετοιμάσει για κάτι τέτοιο. Στο τέλος με ευχαρίστησαν θερμά, μου είπαν πόσο περίεργο ήταν αυτό το Βυζάντιο, και με ρώτησαν γιατί δεν έγραφα κάτι σχετικά μ’ αυτό γι’ αυτούς. Κατάλαβα τι εννοούσαν. Συνήθως τα βιβλία για την ιστορία του Βυζαντίου είναι μακροσκελείς τόμοι που περιγράφουν μια διαδοχή από κάπου 90 αυτοκράτορες και 127 Πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης, με αμέτρητες εκστρατείες, μάχες, κατακτήσεις και πολιορκίες, με έναν τρόπο που ίσως δεν είναι ελκυστικός για καθημερινούς ανθρώπους, για οποιονδήποτε δεν είναι ειδικός στο θέμα. Κι έτσι, καταλήγει, άρχισα να συνθέτω μια απάντηση στο ερώτημα: ‘Τι είναι η Βυζαντινή ιστορία;’

Κι αυτό φέρνει εμάς, τους Έλληνες του 21ου αιώνα, αντιμέτωπους με το πιο ειδικό ερώτημα: Τι είναι για μας η Βυζαντινή ιστορία; Έχει να μας πει κάτι; Μας βοηθάει να καταλάβουμε το σήμερα, τον κόσμο μας, τους εαυτούς μας; Μπορούμε να την πλησιάσουμε και να τη γνωρίσουμε με τρόπο απλό και – γιατί όχι; – ευχάριστο;

Θα προσπεράσω το ζήτημα που θέτουν οι πιο ειδικοί, για το αν η ονομασία ‘Βυζάντιο’ είναι ορθή και αποδεκτή από μας ή αν θα πρέπει να υιοθετήσουμε γενικά την ‘Ρωμανία’ ή όποιον άλλο προσδιορισμό. Δεν είμαι ειδικός να το απαντήσω, αλλά τόσο λίγο με απασχολεί όσο και το αντίστοιχο αν θα πρέπει να δεχόμαστε να ονομάζεται η χώρα μας από τους ξένους ‘Greece’ ή θα πρέπει να επιμείνουμε στο ‘Hellas’. Μου αρέσει και το ένα, δεν με χαλάει και το άλλο. Νομίζω ότι, από κεκτημένη συνήθεια αιώνων, όταν λέμε ‘Βυζάντιο’ καταλαβαίνουμε για ποια ιστορική περίοδο και για ποιον γεωγραφικό χώρο μιλούμε. Ας περάσουμε λοιπόν στην ουσία.

Τι σημαίνει για μας το Βυζάντιο; Πολύ απλά, τα 1123 χρόνια, ένδεκα αιώνες και κάτι, της αυτοκρατορίας αυτής είναι ένα κομμάτι της μακράς ιστορίας αυτού που γενικότερα ονομάζουμε Ελληνισμό. Διοικητική μετεξέλιξη του παλαιού Ρωμαϊκού Imperium, που όμως περιλάμβανε πρακτικά όλον τον τότε ελληνικό και ελληνόφωνο κόσμο, με την πάροδο των αιώνων απέκτησε όλο και περισσότερο ελληνικό χρώμα. Ταυτόχρονα, με τις μακρόχρονες αλληλεπιδράσεις με όλους τους λαούς της Εγγύς Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας, με τον Αραβικό και τον Σλαβικό κόσμο, εισήγαγε και ενσωμάτωσε στον ελληνορωμαϊκό κορμό ποικίλα ‘ανατολικά’ στοιχεία – εθιμικά, πολιτικά, πολιτισμικά και άλλα. Αυτό ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό το μεγάλο δίλημμα που συχνά αντιμετωπίζουμε, αν όχι θεωρητικά τουλάχιστον πρακτικά και βιωματικά, αν δηλαδή εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες είμαστε Δυτικοί ή Ανατολίτες: και τα δυο, είναι η απλή απάντηση. Και τέλος, το Βυζάντιο είχε από την αρχή ως το τέλος ως κυρίαρχο συνδετικό νήμα την Χριστιανική πίστη, που την παρέλαβε κυνηγημένη αλλά αήττητη μετά από τρεις αιώνες ανελέητων διωγμών, την αποδέχθηκε και την επισημοποίησε, την έκανε σφραγίδα του κράτους, την πέρασε (άλλοτε κινούμενο από γνήσιο θεολογικό ενδιαφέρον και άλλοτε από πολιτικές σκοπιμότητες) μέσα από ποικίλες αιρέσεις, διαμάχες και σχίσματα, και την οδήγησε στη μορφή της Ανατολικής Ορθοδοξίας που γνωρίζουμε αμετάβλητη μέχρι σήμερα.

Βλέπουμε λοιπόν, ακόμη και ως μη ειδικοί, ότι ιστορικά, φυλετικά, γλωσσικά, εθνικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το Βυζάντιο. Το βρίσκουμε μπροστά μας πρακτικά σε κάθε έκφανση της καθημερινής μας ζωής, στο πώς διαμορφώθηκε η εθνική μας ταυτότητα, οι συνήθειές μας, ο εκκλησιαστικός μας βίος. Ιδιαίτερα εμείς, ζώντας σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, δεύτερη πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, το συναντούμε σε κάθε γωνιά. Οι Βυζαντινοί μας μιλούν κάθε μέρα μέσα από τα τείχη της πόλης και τους τρούλους των πολλών και πανέμορφων εκκλησιών που μας άφησαν, μας ατενίζουν από τα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες, μας ψάλλουν με τους ύμνους που ακούμε σε οποιαδήποτε εκκλησιαστική ακολουθία, σε γλώσσα που λίγο απέχει από τη δική μας, με μέτρα και ρυθμούς που έχουν περάσει σχεδόν ατόφιοι στην μετέπειτα μουσική μας παράδοση. Είναι μέρος των γονιδίων μας, και δεν μπορούμε αυθαίρετα να τους αγνοήσουμε ή να τους απορρίψουμε, όπως δεν μπορούμε με το «έτσι θέλω» να αναιρέσουμε κάποιους από τους φυσικούς προγόνους μας. Τελικά, νομίζω ότι δεν μπορούμε να εννοήσουμε τις ιδιαιτερότητες και τον χαρακτήρα του σύγχρονου Έλληνα αν δεν λάβουμε υπόψη και τις Βυζαντινές του καταβολές.

Μόνο του Έλληνα όμως; Ξαναγυρίζω στην Ελένη Αρβελέρ, που γράφει στο βιβλίο που ανέφερα στην αρχή: ‘Παρεξηγημένο το Βυζάντιο… Παρεξηγημένο ιδιαίτερα όταν το συγκρίνουν με το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, έστω και αν αναγνωρίζεται έτσι η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Παρεξηγημένα τα πνευματικά του ενδιαφέροντα και οι διανοούμενοί του, που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν από τις εκκλησιαστικές τάξεις… Διοίκηση ρωμαϊκής έμπνευσης, θρησκεία και εκκλησία χριστιανική, και ελληνόφωνη, ελληνοπρεπής πνευματική κίνηση και διανόηση είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Βυζαντίου, ήδη από την αυγή της ύπαρξής του. Από αυτήν την άποψη το Βυζάντιο είναι, όχι μόνο μια βέβαιη ευρωπαϊκή πολιτική ενότητα, αλλά σίγουρα η πρώτη ιστορικά ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, σύμφωνα με τον πάντα επίκαιρο ορισμό του Ρaul Valery για τον Ευρωπαίο. Τον μεταφέρω συνοπτικά εδώ: Είναι λοιπόν Ευρωπαίος, κατά τον Valery [1922], αυτός που υπέστη την επίδραση της ελληνικής ορθολογικής σκέψης, που γνώρισε την εμβέλεια των ρωμαϊκών διοικητικών θεσμών και που ζει σύμφωνα με την ιουδαιοχριστιανική πνευματικότητα’.

Τι ήταν οι Βυζαντινοί ως άνθρωποι; Ήταν κάποια ιδιαίτερη ράτσα; Ήταν άγιοι; Εξωγήινοι; Ημίθεοι; Περίεργα όντα; Η χρονική απόσταση συνήθως λειτουργεί ως παραμορφωτικός φακός, άλλοτε ωραιοποιώντας και άλλοτε απομυθοποιώντας (όπως λέμε) πρόσωπα και καταστάσεις. Ωστόσο, όταν τους προσεγγίσει κανείς, με α-πάθεια [= χωρίς μεροληψία και φανατισμό] και κατά το δυνατόν με αντικειμενικότητα, θα συναντήσει ανθρώπους σαν αυτούς που βλέπουμε καθημερινά. Μικρούς και μεγάλους, ηγέτες και υπηκόους, αγαθούς και πανούργους. Με τις αρετές και τις αδυναμίες τους, με τα κατορθώματα και τα ελαττώματά τους. Με σοφία και σύνεση, αλλά και με μικρότητες και κακίες. Θα συναντήσει στην ιστορία τους πράξεις μεγαλείου αλλά και βαρβαρότητες και ωμότητες ανεπίτρεπτες. Θα γνωρίσει κρίσεις και διπλωματίες και μηχανορραφίες τέτοιες που ‘στολίζουν’ κάθε εποχή, και τη δική μας. Με λίγα λόγια, θα ατενίσει ένα πορτραίτο ολόκληρης της Ανθρώπινης φύσης, με τα θετικά και αρνητικά της ιδιώματα.

Που σημαίνει ότι τους Βυζαντινούς, όπως και κάθε άλλο τμήμα του ανθρωπολογικού και ιστορικού μας γονιδιώματος, θα πρέπει να τους δούμε όσο γίνεται πιο ανθρώπινα. Απέναντί τους δεν θα σταθούμε ούτε ως ‘Βυζαντινολάτρες’, αλλά ούτε και ως ‘Βυζαντινομάχοι’. Δεν καλούμαστε ούτε να αποδεχθούμε αβασάνιστα ούτε να καταδικάσουμε ανεξέταστα και ασυζήτητα όλα όσα έκαναν. Τους οφείλουμε (όπως άλλωστε και στους αρχαίους) όχι κάποιου είδους προγονολατρία, αλλά αναγνώριση και τιμή για ό,τι μεγάλο δημιούργησαν, διέσωσαν και μας κληροδότησαν. Με τα λόγια του Αγίου Ανδρέα Κρήτης στον Μεγάλο Κανόνα, καλούμαστε να μιμηθούμε ‘των δικαίων τας φιλαρέτους πράξεις’ και να ‘εκφύγωμεν των πονηρών τας διανοίας’.

Κι έτσι, φτάνουμε στο σημερινό βιβλίο. Αφήνοντας πίσω της μια μακρά σταδιοδρομία ως ιατρός μικροβιολόγος, η Δέσποινα Χίντζογλου-Αμασλίδου καταπιάνεται με το μεράκι της, την ιστορία του Βυζαντίου, μέσα στη συνέχεια της οποίας βλέπει (με τον τρόπο που είπαμε παραπάνω) και τον εαυτό της, ως Καππαδόκισσα από καταγωγή. Διαβάζοντας με πάθος την ιστορία αυτή, θέλησε να την προσφέρει σε μορφή εύπεπτη και προσιτή στον καθένα, με τη δική της ματιά, και με οδηγό και έργο αναφοράς την μεγάλη τρίτομη ιστορία του John Julius Norwich. Προσωπικά είχα την ευκαιρία να διαβάσω τρεις φορές το βιβλίο της στην περίοδο της μακράς ‘κυοφορίας’ του. Κάθε ανάγνωση με πήγαινε ένα βήμα πιο μπροστά στην πορεία της διαμόρφωσης των σκέψεων που, ως μη ειδικός κι εγώ, προσπάθησα να παρουσιάσω προηγουμένως. Το τελικό αποτέλεσμα, ένας άθλος αγάπης, κατά την έκφραση του Shakespeare, είναι ένας ευσύνοπτος και ευκολοδιάβαστος τόμος που μας εισάγει αβίαστα και με γλαφυρό τρόπο σ’ αυτά τα 1123 χρόνια της ευρύτερης ιστορίας μας. Μπορεί να λειτουργήσει ως αυτοτελές ανάγνωσμα, θυμίζοντάς μας όσα μάθαμε (και πάρα πολλά που δεν μάθαμε) στη Γυμνασιακή μας ιστορία. Μπορεί όμως να αποτελέσει και μια καλή περίληψη και εισαγωγή και κίνητρο για περαιτέρω μελέτη για όποιον θα θελήσει να εμβαθύνει στην πλούσια και εκτεταμένη βιβλιογραφία που υπάρχει για το Βυζάντιο. Η συγγραφεύς, ως μη ιστορικός, μας προσφέρει ένα απλό συναρπαστικό ανάγνωσμα για κάθε άνθρωπο, για ενημέρωση, γνώση, και ερέθισμα να μάθουμε περισσότερα για το ‘Τι ήταν τελικά το Βυζάντιο’. Εμείς, ως αναγνώστες, την ευχαριστούμε για το μεράκι της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s