Μυστικά και ψέματα: υποκλοπές και ‘λησταί λογισμοί’

Δημοσιεύθηκε στο Αντίφωνο 1/11/2013

Στην δραματική ‘Έβδομη σφραγίδα’ του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ο πρωταγωνιστής ιππότης Αντώνιος Μπλοκ προκαλεί τον Θάνατο (που έρχεται να τον πάρει) να παίξει μαζί του μια παρτίδα σκάκι. Κάποια στιγμή μπαίνει σε μια εκκλησία να εξομολογηθεί και αφηγείται στον ιερέα (που βρίσκεται πίσω από παραπέτασμα, κατά την πρακτική της δυτικής εκκλησίας) τις μέχρι τώρα εμπειρίες του και τις κινήσεις που σχεδιάζει να κάνει στο μέλλον. Όταν τελειώνει την εξομολόγηση, το παραπέτασμα ανοίγει, και αποκαλύπτεται ότι αυτός που τον άκουγε ήταν ο ίδιος ο Θάνατος, ο αντίπαλός του στο παιχνίδι.

Ανέκαθεν υπήρχαν χώροι της ανθρώπινης ζωής που καλύπτονταν ακόμη και θεσμικά ώστε να διασφαλίζουν το απόρρητο, την ιδιωτικότητα, την προστασία από ανεπιθύμητους ακροατές. Η ιατρική εργασία και το Μυστήριο της Εξομολόγησης είναι τα δυο πιο γνωστά παραδείγματα. Ακόμη και από καθαρά κοινωνική σκοπιά όμως, το να κρυφακούει κανείς τις συνομιλίες άλλων ήταν (τουλάχιστον μέχρι πριν από την εισβολή της κινητής τηλεφωνίας) κακή κοινωνική συμπεριφορά, την οποία απέφευγαν οι καθώς πρέπει άνθρωποι. Στην εποχή μας, με την ισοπέδωση πολλών άλλων κοινωνικών συμπεριφορών, έχουμε πάει στο άλλο άκρο: οι τηλεφωνικές μας συνομιλίες γίνονται συχνά, μεγαλόφωνα και επιτηδευμένα, μέσα σε χώρους πολυσύχναστους (π.χ. δημόσιες συγκοινωνίες), χωρίς να σκεφτόμαστε ποιος ακούει και τι.

Η κατασκοπία είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος. Επίκεντρο και στόχος της είναι η συλλογή πληροφοριών που μπορεί να έχουν στρατηγική σημασία απέναντι σε κάποιον αντίπαλο, αρχικά στρατιωτικό ή πολιτικό, που όμως σιγά-σιγά γενικεύθηκε και σε κάθε χώρο όπου υπάρχει κάποιου είδους ανταγωνισμός. Έτσι ακούμε για κατασκοπία βιομηχανική, επιστημονική, μεταξύ ποδοσφαιρικών ομάδων εν όψει αναμετρήσεων μεταξύ τους κτλ. Στην εποχή μας η ‘πληροφορία’ έχει αναχθεί σε είδωλο, η λατρεία του οποίου δεν φαίνεται να γνωρίζει όρια, ενώ η δίψα γι’ αυτήν είναι μονίμως ακόρεστη. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες δεν θέλει πολύ για να θεοποιηθεί η δυνατότητα της συνεχούς πληροφόρησης για όλα και για όλους. «Ας τα μαθαίνουμε όλα, κάτι μπορεί να μας φανεί κάποτε χρήσιμο», φαίνεται να είναι η αρχή που διέπει όλες τις υπηρεσίες πληροφοριών.

Με το πνεύμα αυτό μπορούμε να εννοήσουμε όλη αυτή την, υστερική θα έλεγε κανείς, προώθηση της ψηφιακής τεχνολογίας: δεν πρόκειται απλώς για καταναλωτική μανία, αλλά κάνει και τη ζωή των κάθε είδους ωτακουστών, θεσμικών και αθέσμων, πολύ πιο εύκολη. Οι ασύρματες επικοινωνίες υποκλέπτονται πολύ πιο εύκολα από τις καλωδιακές (που χρειάζονται φυσική παρέμβαση στο δίκτυο). Από την άλλη μεριά, η κάθε κίνηση του ποντικιού μας στον υπολογιστή, το κάθε κλικ στο Διαδίκτυο, καταγράφεται ως προτίμηση, άρα ενδιαφέρον από μέρους μας, και προστίθεται στα χαρακτηριστικά που απαρτίζουν το ‘προφίλ’ μας. Οι τηλεοπτικές μας επιλογές μέσω του ψηφιακού σήματος δεν μας δίνουν απλώς καθαρότερη εικόνα (αυτό είναι το εμπορικό δόλωμα), αλλά λειτουργούν αμφίδρομα καταγράφοντας τις προτιμήσεις μας, άρα και το τι θέλουμε να βλέπουμε (φανερά ή κρυφά). Ουδέν κρυπτόν, τα πάντα είναι πλέον ‘γυμνά και τετραχηλισμένα’.

Και ξαφνικά, κάτι απ’ όλα αυτά βγαίνει στη φόρα, και εξανιστάμεθα (με πρώτους τους αρχηγούς των κρατών) και διαρρηγνύουμε τα ιμάτιά μας για την έκταση και το βάθος των παρακολουθήσεων και υποκλοπών. Αν αυτό δεν αποτελεί το άκρο άωτο της υποκρισίας, πώς αλλιώς να το ονομάσουμε; Δεν ξέραμε ότι συμβαίνουν οι παρακολουθήσεις; Αν είναι δυνατόν! Ιδιαίτερα οι ‘μεγάλοι’ το ξέρουν πολύ καλά. Τότε, τι είναι αυτό που ενοχλεί; Ίσως όχι τόσο το ότι ‘οι άλλοι’ ξέρουν τόσα πολλά για μας, όσο το ότι δεν ξέρουμε εμείς ακόμη περισσότερα για εκείνους. Κι ακόμη, ίσως το ότι γίνεται ευρέως γνωστό το γεγονός της αμοιβαίας παρακολούθησης που το κρατούσαμε ως επτασφράγιστο μυστικό.

Ας πάρουμε ένα πρακτικό παράδειγμα. Δεν είμαι γνώστης του μπριτζ, αλλά φαντάζομαι ότι το να ξέρεις τι χαρτιά έχει στα χέρια του ο αντίπαλος σου δίνει ένα πλεονέκτημα απέναντί του. Αν δεν έχεις ηθικές αναστολές και σου δοθεί η ευκαιρία να δεις τα χαρτιά του, δεν θα την αδράξεις; Κι αν υποθέσουμε ότι ‘βλέπεις’ κάτι παραπάνω, θα είσαι τόσο αφελής ώστε να προειδοποιήσεις τον αντίπαλο για όσα ξέρεις; Στη στρατηγική, δείχνεις στον άλλο ότι γνωρίζεις τις προθέσεις του μόνο αν θέλεις να αποτρέψεις κάτι χειρότερο. Υπό την έννοια αυτή, το να λες δημοσία το τι κάναμε στο παρελθόν και αν και ποιους παρακολουθούσαμε είναι συμπεριφορά ανόητη, αν όχι ‘πάγκακη’ τακτική.

Η προληπτική γενική παρακολούθηση οδηγεί σε αμοιβαία καχυποψία, κι αυτή με τη σειρά της εύκολα δίνει αφορμές για παρερμηνεία σκέψεων και προθέσεων. Η παρερμηνεία όχι σπάνια μεταφράζεται σε ‘προληπτικές ενέργειες’, που στην παγκόσμια σκακιέρα φτάνουν μέχρι την φυσική ή ηθική εξόντωση των υποτιθεμένων αντιπάλων. Την έκταση και τις διαστάσεις αυτού του φαινομένου δεν μπορούμε να την γνωρίζουμε. Τα ‘λάθη’ και οι ‘παράπλευρες απώλειες’ που κάθε τόσο βλέπουν το φως της δημοσιότητας είναι απλώς καυτά πιτσιλίσματα από το καζάνι που βράζει και μας δίνουν μόνο μια ιδέα για το τι γίνεται εκεί μέσα. Με μια λέξη, κόλαση, με την έννοια που της έδινε ο Σαρτρ («οι άλλοι»).

Το φαινόμενο των υποκλοπών έχει και μεταφυσικές προεκτάσεις. Συχνά μας ενοχλεί η διδασκαλία της εκκλησίας για την παντογνωσία και πανταχού παρουσία του Θεού. Η ιδέα ότι Κάποιος ξέρει τα πάντα για μας, ακόμη και τις σκέψεις που δεν τολμούμε να εξωτερικεύσουμε και τις ανομολόγητες επιθυμίες που τριγυρνούν στο μυαλό μας, δεν είναι καθόλου ευχάριστη, μας κάνει να νιώθουμε άβολα, την θεωρούμε περιορισμό της ελευθερίας μας. Επειδή ακριβώς δεν μας βολεύει, συχνά την αρνούμαστε ή την απωθούμε ή την απορρίπτουμε. Και ξαφνικά διαπιστώνουμε ότι η ιδέα αυτή έχει πάψει να είναι απλώς θεωρητική διδασκαλία και έχει γίνει πλέον χειροπιαστή πραγματικότητα. Και αυτός ο κάποιος δεν είναι απλώς το Υπέρτατο Ον, αλλά άνθρωποι σαν κι εμάς, με δικά τους κίνητρα, επιδιώξεις, συμφέροντα, που βέβαια δεν συμπίπτουν καθόλου με τα δικά μας. Το παγκόσμιο παιχνίδι παίζεται με ‘σημαδεμένη’ τράπουλα.

Η συνειδητοποίηση ότι κάποιοι μπορούν τόσο εύκολα να μας παρακολουθούν μας οδηγεί στο να ξανασκεφθούμε την έννοια της παγγνωσίας: αν αυτό είναι δυνατό για τους ανθρώπους, τότε τι γίνεται με τον Θεό; Αντίθετα βέβαια με ό,τι συμβαίνει στα ανθρώπινα πράγματα, η γνώση εκ μέρους του Θεού των μυστικών μας δεν ενέχει τον φόβο της παρερμηνείας, ούτε οδηγεί σε ‘προληπτικά χτυπήματα’ από μέρους του, όσο διεστραμμένα κι αν λογιζόμαστε (αλλιώς δεν θα γλίτωνε κανένας). Η παγγνωσία του Θεού δεν είναι αναγκαστικά δεσμευτική αλλά προειδοποιητική. Κατά πολύ αδρή αναλογία, όπως στα ανθρώπινα γινόμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν ξέρουμε ότι άλλοι μας ακούν και μας βλέπουν, έτσι και η αίσθηση της παρουσίας του Θεού μας κάνει πιο προσεκτικούς στο τι θέλουμε, τι σχεδιάζουμε, πώς ενεργούμε απέναντι στους άλλους. Αποδεχόμενοι το γεγονός αυτό, ρυθμίζουμε τη δική μας συμπεριφορά ανάλογα, ώστε να μη ξεφεύγουμε από τα όρια.

Και τελικά, το να είναι κανείς ‘ανοιχτό βιβλίο’, να μην έχει να κρύψει τίποτε από τους άλλους και από τον Θεό, είναι γνώρισμα μόνο των τελείων, δηλαδή των αγίων.

Advertisements

2013 in review

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2013 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

A New York City subway train holds 1,200 people. This blog was viewed about 6,400 times in 2013. If it were a NYC subway train, it would take about 5 trips to carry that many people.

Click here to see the complete report.

Ποντίκια και αδέσποτα σκυλιά

Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα 2013, τ. 64

Ένα από τα καθήκοντα του ιατρού μονάδος στο στρατό ήταν (και υποθέτω ότι εξακολουθεί να είναι) η περιοδική υγειονομική επιθεώρηση του στρατοπέδου όπου εδρεύει η μονάδα του. Το καθήκον είναι βέβαια ουσιαστικό και έχει πρακτικές επιπτώσεις για τις συνθήκες διαβίωσης και την εν γένει υγεία των ανθρώπων που ζουν στον δεδομένο χώρο. Ωστόσο, όχι σπάνια φαίνεται να περιορίζεται σε τήρηση γραφειοκρατικών τύπων όπως είναι το Βιβλίο Υγειονομικών Επιθεωρήσεων, και μάλιστα με τρόπο που να ικανοποιεί πρωτίστως τα… προσωπικά υγειονομικά ενδιαφέροντα του εκάστοτε διοικητή. Από ένα τέτοιο βιβλίο, το οποίο γνώρισα κατά τη θητεία μου πριν μερικές δεκαετίες, αντέγραψα και παραθέτω αυτούσιες (διατηρώντας την γλώσσα και την ορθογραφία τους) κάποιες καταχωρίσεις που αφηγούνται μια δική τους ιστορία (που είχε λάβει χώρα προ των ημερών μου στη μονάδα). Το μόνο στοιχείο που αφαίρεσα είναι το έτος, ενώ οι υπόλοιπες ημερομηνίες δίνονται με χρονολογική σειρά για να δείχνουν την εξέλιξη του προβλήματος που είχε το συγκεκριμένο στρατόπεδο—που βρισκόταν σε εξοχική τοποθεσία—με τις δυο κατηγορίες ζώων που αναφέρονται στον τίτλο.

 8/3:      Συνέχισις και έντασις της μυκτονίας.

12/3:    Συνεχίζεται η μυοκτονία. Εις μέλας κυν (sic) περιεφέρετο εντός του στρατοπέδου.

15/3:    Διέρχονται δια του στρατοπέδου 2 τσομπανόσκυλα.

17/3:    Ειδοποιήθησαν οι ιδιοκτήται σκύλων της περιοχής. Η μυοκτονία συνεχίζεται.

18/3:    Συνεχίζεται η μυοκτονία εντός των μαγειρείων χωρίς δραστικόν αποτέλεσμα. Άμεσος λήψις μέτρων δια ριζικήν εξόντωσιν των μυών.

19/3:    Έγινε η μελέτη των σχετικών διαταγών και αι τεχνικαί οδηγίαι καταπολεμήσεως τρωκτικών.

26/3:    Επιβάλλεται η χρήσις μυοκτόνων δια την εξόντωσιν των μυών.

27/3:    Να εξοντωθούν οι μύες παντοιοτρόπως.

2/4:      Εγένετο τοποθέτησις (χρήσις) μυοκτόνων τη επιβλέψει ομάδος Υγειονομικού.

8/4:      Η μυοκτονία συνεχίζεται χωρίς ουσιαστικόν αποτέλεσμα.

15/4:    Παραμένουν ωρισμένοι μύες εντός των τοιχωμάτων των μαγειρείων.

17/4:    Να αγορασθούν 2 αεροβόλα όπλα δια την ριζικήν απομάκρυνσιν των αδεσπότων κυνών.

22/4:    Ο αριθμός των κυκλοφορούντων μυών εντός των μαγειρείων ηλαττώθη σημαντικώς.

24/5:    Συνεχίζεται η μυοκτονία εντός των μαγειρείων δια ποικίλων μεθόδων. Προτείνεται η μεταφορά 2 γαλών εντός των μαγειρείων [Σημείωση υποδιοικητή: Χρειάζονται γάτες ειδικής ράτσας να μη φοβούνται τα ποντίκια] [Σημείωση διοικητή: Βεβαίως, και μάλιστα ΑΓΚΥΡΑΣ. Ορισθούν μερίμνη Λόχου 2 οπλίται συνοδοί γαλών].

31/5:    Να δοθή άδεια εις τον νοσοκόμον να φέρη τις γάτες (ειδικές δια μυοκτονίαν).

4/6:      Να αλλάξη ο τρόπος μυοκτονίας με την αντικατάστασιν της ομάδος μυοκτονίας με ομάδα γαλών. Να δοθή άδεια εις τον Νοσοκόμον όστις δύναται να εξεύρη γαλάς.

6/6:      Αφίχθησαν αι γαλαί δια την μυοκτονίαν.

       Χώρος parking (?) κυνών ως ευρισκόμενος πλησίον του μουσείου του Κέντρου κρίνεται ακατάλληλος.

11/6:    Εγένετο μυοκτονία υπό της υγειονομικής ομάδος και της γαλής.

21/6:    Ωρισμένοι κύνες δέον να προσδένωνται διότι επιτίθενται κατά του προσωπικού του Κέντρου.

 Εδώ σταματούσαν οι σχετικές καταχωρίσεις, και ακολουθούσαν σποραδικές εγγραφές που αναφέρονταν σε άλλα θέματα, λίγο-πολύ συνηθισμένα (καθαριότητα, αποθήκες τροφίμων κτλ). Όταν ρώτησα αν έγινε κάποιο υγειονομικό ‘θαύμα’ εκείνη την εποχή, μου απάντησαν ότι στις 22/6 άλλαξε ο διοικητής. Αυτό που δεν έμαθα ποτέ ήταν αν τα ποντίκια ακολούθησαν τον παλαιό διοικητή στη νέα του θέση (οπότε ίσως η ιστορία να συνεχίσθηκε σε κάποιο άλλο βιβλίο επιθεωρήσεων) ή αν ο νέος διοικητής δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την εξόντωση των μυών ‘παντοιοτρόπως’, οπότε οι δυο γάτες πέρασαν στο… ταμείο ανεργίας. Γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι ότι οι μέχρι τότε πανταχού παρόντες μύες ουδαμώς με απασχόλησαν στους δέκα μήνες που πέρασα στο στρατόπεδο. Ούτε και οι αδέσποτοι κύνες.

Μια Ωδή για την κρίση

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ‘Χριστός & Κόσμος’ 2012, τ. 41, σ. 162-163

 Εδώ και μερικά χρόνια η ‘κρίση’ έχει γίνει καθημερινό άκουσμα, συνώνυμη της εθνικής τραγωδίας και καταστροφής. Ωστόσο, συνήθως περιορίζουμε το νόημά της σε οικονομικά μεγέθη (τόσα χρωστάμε, τόσα θα μας ‘κόψουν’, τόσα χρόνια θα πληρώνουμε κ.τ.λ.), και δεν σκεφτόμαστε βαθύτερα. Ακόμη και η έκφραση ‘κρίση αξιών’, που κάθε τόσο ακούγεται από πολλούς, περνάει μάλλον επιπόλαια από τα αυτιά και το νου μας, χωρίς να της δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή και σημασία.

Δεν σκέφτονταν όμως όλοι και πάντοτε τόσο επιπόλαια. Κρίσεις πέρασαν πολλοί λαοί και σε πολλές εποχές. Και υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι ανάμεσά τους που έβλεπαν πιο πέρα από τα ορατά στοιχεία, αντιλαμβάνονταν την ουσία των πραγμάτων και των φαινομένων, και εντόπιζαν τα αίτιά τους στην πραγματική βάση: την απιστία και την ανυπακοή προς τον Θεό. Κλασικό παράδειγμα: ο ‘λαός του Θεού’, που στην Παλαιά Διαθήκη ταυτιζόταν με τον Ισραηλιτικό λαό, ενώ μετά την Πεντηκοστή και τη ίδρυση της Εκκλησίας έλαβε υπερεθνικές και παγκόσμιες διαστάσεις.

Οι ‘κρίσεις’ που γνώρισε ο Ισραήλ στην Π. Διαθήκη ξεκινούσαν πάντα από επεισόδια αποστασίας και απομάκρυνσης από τον αληθινό ‘Θεόν των πατέρων’, και λύονταν όταν ο λαός ξανάβρισκε την πίστη του και στρεφόταν προς αυτόν. Μια από τις πιο ισχυρές ‘κρίσεις’ ήταν η πολύχρονη αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα, στην εποχή του Ναβουχοδονόσορ. Τον καιρό της αιχμαλωσίας αυτής ο λαός δεν είχε ούτε πολιτική ούτε στρατιωτική ούτε θρησκευτική ηγεσία: ήταν απόλυτα σκλάβος και υποχείριος σε ειδωλολάτρες. Και όμως, παρά την έλλειψη επίσημης αρχηγίας και καθοδήγησης, μερικοί εκλεκτοί άνθρωποι συνέχιζαν να πιστεύουν και να μη προσκυνούν τα είδωλα. Η ιστορία του Προφήτη Δανιήλ και των Τριών Παίδων είναι γνωστή. Ο Αζαρίας, ο Ανανίας και ο Μισαήλ ρίχνονται δεμένοι στην κάμινο του πυρός διότι αρνούνται να υπακούσουν στο ‘έκνοον πρόσταγμα του δυσσεβούς τυράννου’ και να προσκυνήσουν την χρυσή εικόνα του. Κι ενώ οι φλόγες υψώνονται 49 πήχες, όπως μας λέει το προφητικό βιβλίο, ο Αζαρίας απευθύνει προς τον αληθινό Θεό μέσα από τη φωτιά την παρακάτω προσευχή, που διασώζεται ως εβδόμη βιβλική ωδή και παρατίθεται εδώ σε ελεύθερη απόδοση:

Ευλογημένος είσαι, Κύριε, Θεέ των πατέρων μας, και επαινετό και δοξασμένο το όνομά σου στους αιώνες. Διότι είσαι δίκαιος σε όλα όσα μας έκανες, και όλα τα έργα σου είναι αληθινά, και ίσιοι οι δρόμοι σου, και όλες οι κρίσεις σου αληθινές. Κι αληθινές αποφάσεις έβγαλες σε όλα όσα έφερες πάνω μας και πάνω στην αγία πόλη Ιερουσαλήμ, διότι με αλήθεια και κρίση τα έφερες πάνω μας, για τις αμαρτίες μας. Διότι αμαρτήσαμε και ανομήσαμε με το να απομακρυνθούμε από σένα, και αμαρτήσαμε σε όλα, και δεν ακούσαμε τις εντολές σου, ούτε τις φυλάξαμε, ούτε κάναμε όπως μας πρόσταξες ώστε να ευοδωθούν τα έργα μας. Και όλα όσα μας έκανες, και όλα όσα μας επέφερες, με αληθινή κρίση τα έκανες. Και μας παρέδωσες σε χέρια εχθρών ανόμων και αποστατών, και σε βασιλιά άδικο και πονηρότατο σε όλη την γη. Και τώρα, δεν μπορούμε να ανοίξουμε καν το στόμα μας, γίναμε ντροπή και καταισχύνη στους δούλους σου και σε όσους σε σέβονται. Μη μας αφήσεις να χαθούμε ολοκληρωτικά για το άγιο όνομά σου, και μην ακυρώσεις την διαθήκη σου, και μην αποσύρεις το έλεός σου από μας, για χάρη του αγαπημένου σου Αβραάμ, και του δούλου σου Ισαάκ, και του εκλεκτού σου Ισραήλ, στους οποίους είπες ότι θα πληθύνεις τους απογόνους τους σαν τα άστρα στον ουρανό και σαν την άμμο στις ακροθαλασσιές. Διότι, Δέσποτα, γίναμε μικρότεροι απ’ όλα τα έθνη και είμαστε κατώτεροι σε όλη τη γη σήμερα για τις αμαρτίες μας. Και δεν υπάρχει τον καιρό αυτό άρχοντας και προφήτης και ηγέτης, ούτε ολοκαύτωμα, ούτε θυσία, ούτε προσφορά, ούτε θυμίαμα, ούτε τόπος να προσφέρουμε θυσία μπροστά σου και να βρούμε έλεος. Όμως ας γίνουμε δεκτοί με συντριβή ψυχής και με πνεύμα ταπείνωσης. Σαν ολοκαύτωμα από κριούς και ταύρους και σαν μυριάδες παχιά αρνιά, έτσι ας γίνει ευπρόσδεκτη η θυσία μας μπροστά σου σήμερα, κι ας μας συμφιλιώσει μαζί σου, διότι εκείνοι που έχουν πεποίθηση σε σένα δεν νιώθουν ντροπή. Και τώρα, εξακολουθούμε με όλη μας την καρδιά και σε φοβόμαστε, και αποζητούμε το πρόσωπό σου: μη μας καταντροπιάσεις, αλλά κάνε σε μας σύμφωνα με την επιείκειά σου και το πλήθος του ελέους σου. Γλίτωσέ μας με τα θαυμαστά σου έργα, και ανάδειξε ένδοξο το όνομά σου, Κύριε. Και ας καταισχυνθούν όσοι θέλουν το κακό των δούλων σου, και ας πέσουν ντροπιασμένοι από κάθε δύναμη, και η εξουσία τους ας συντριβεί. Και ας γνωρίσουν ότι συ είσαι Κύριος και μόνος Θεός και ένδοξος σε όλη την οικουμένη’.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να μεταφέρει κανείς τα λόγια της ωδής αυτής από τον έκτο αιώνα προ Χριστού στον εικοστό πρώτο μετά Χριστόν, και από την Βαβυλώνα στη σύγχρονη Ελλάδα. Οι αναλογίες είναι σαφείς και ολοφάνερες. Η κρίση που διανύουμε δεν προέκυψε τυχαία ή αυτόματα. Πολλές και ποικίλες είναι οι ρίζες της: αποστασία από τον Θεό και τις παραδοσιακές αξίες μας, άρνηση της ιστορίας και της πίστης μας, κατάλυση κάθε έννοιας ιεραρχίας, α-νοησία, προχειρότητα, ανευθυνότητα, ασυνεννοησία, διχόνοια, πελατειακή λογική, απληστία, επίδειξη, νεοπλουτισμός, χυδαιότητα λόγου και βίου, σπατάλη, ιδιοτέλεια, απανθρωπία, ειδωλολατρία. Η προσεκτική ανάγνωση της εβδόμης ωδής μπορεί να μας βοηθήσει σε μια βαθύτερη κατανόηση της κατάστασης που αντιμετωπίζουμε ως λαός και ως έθνος, αλλά και σε συνειδητοποίηση και αναζήτηση της λύσης στην σωστή κατεύθυνση: τη στροφή μας προς ‘το Φως το αληθινόν’. Πρόκειται για μια προσευχή με διαχρονική αξία, ιδιαίτερα επίκαιρη και διδακτική στις μέρες μας. Ευκαιρία να την γνωρίσουμε, και να την επαναλαμβάνουμε τακτικά.

 

 

Θέμα χρόνου

Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα, τ. 62, καλοκαίρι 2012

Ας θυμηθούμε δυο ανέκδοτα. Το ένα είναι ένας παλιός αυθεντικός διάλογος στο Άγιον Όρος, από την εποχή που οι μετακινήσεις γίνονταν κυρίως με Ι.Π. (ιδίοις ποσίν):

     « Όταν ξεκίνησα από την Ιβήρων μου είπαν ότι θα έκανα μία ώρα για τη Φιλοθέου. Εγώ έκανα τρεις».

«Καλόγερος σου το είπε; Τότε εννοούσε μία καλογερική ώρα».

Επίσης παλιό είναι και το ακόλουθο ανέκδοτο. Κάποιος προσεύχεται και ρωτάει τον Θεό:

«Θεέ μου, τι είναι για σένα χίλια χρόνια;»

«Μισό λεπτό», απαντά ο Θεός.

«Και τι είναι για σένα ένα εκατομμύριο ευρώ;»

«Μια πεντάρα».

«Θεέ μου, σε παρακαλώ, μου δίνεις μια πεντάρα;»

«Και βέβαια. Περίμενε μισό λεπτό».

     Ο γιατρός και λογοτέχνης Παύλος Νιρβάνας, σ’ ένα χρονογράφημά του με τίτλο ‘Το Ελληνικόν λεπτόν’ (Εστία, 21/1/1930), παραθέτει μια σειρά χιουμοριστικών παραδειγμάτων που προσδίδουν στον χρόνο μια ιδιαίτερα ελληνική έννοια σχετικότητας. Όπως π.χ. το «Σε ένα λεπτό!» του σερβιτόρου ή το ένα (επίσης) λεπτό που θέλει ο κάθε τυχών ομιλητής για να ολοκληρώσει τη σκέψη του (το βλέπουμε άλλωστε κάθε τόσο στη Βουλή και στις διάφορες τηλεοπτικές αψιμαχίες). Πάντοτε, κατά τον Νιρβάνα, φταίει «αυτό το Ελληνικόν λεπτόν, από όμοια του οποίου απετελούντο, ως γνωστόν, αι εξ ημέραι της δημιουργίας του κόσμου, αι αντιπροσωπεύουσαι, κατά τους γεωλόγους, περιόδους αιώνων». Ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «Το Ελληνικόν λεπτόν κατά μέσον όρον, διαρκεί οκτώ ημέρας. Και βάλε…».

     Φαίνεται ότι ένα σημαντικό μέρος του σημερινού προβλήματος της Ελλάδας είναι αυτή η αβεβαιότητα του χρόνου. Από το πασίγνωστο λαϊκίστικο σύνθημα «Εδώ και τώρα!» έχουμε φτάσει στο «Μισό λεπτό!» του ανεκδότου. Σε πραγματικό χρόνο η διαφορά των δυο εννοιών δεν είναι βέβαια μεγάλη. Στη δική μας όμως περίπτωση πρόκειται για ελληνικό χρόνο. Ίσως αυτό να εννοούσε ο Αϊνστάιν με την έννοια της ‘διαστολής του χρόνου’ στη θεωρία της σχετικότητας: ότι δηλ. μπορούμε να τεντώνουμε και να ξεχειλώνουμε τον χρόνο κατά βούλησιν (δική μου ερμηνεία!).

     Έτσι στην Ελλάδα πολλά ερωτήματα της σύγχρονης ζωής όπως «Πότε θα πληρώσουν τα ταμεία γιατρούς και φαρμακοποιούς;», «Πότε θα παταχθεί η φοροδιαφυγή;», «Πότε θα ξαναβγούμε στις αγορές;», «Πότε θα μπει η ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης;», «Πότε θα μειωθεί το έλλειμμα ή το χρέος;», «Πότε θα πέσουν τα επιτόκια δανεισμού;» και άλλα παρόμοια, επιδέχονται απαντήσεις που τελικά ανάγονται στην αντίληψη περί χρόνου που έχει εκείνος που μιλάει. Για παράδειγμα, όταν ακούμε ότι οι πληρωμές θα γίνουν «τις αμέσως επόμενες μέρες», θα πρέπει να σκεφθούμε σε τι είδους μέρες αναφέρεται ο ομιλών. Ξέρετε πόσα «Ελληνικά λεπτά» διαθέτει μια «Ελληνική μέρα»; Τότε ξέρετε και πότε θα βγούμε από την τρέχουσα κρίση. Είναι απλώς θέμα χρόνου. Ελληνικού, βεβαίως.

Τα πάθη της γλώσσας μας

[Δημοσιεύθηκε στο Αντίφωνο 3/9/2012]

Το ότι η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό είναι αναντίρρητο. Οι έννοιες της βιολογίας μας βοηθούν να το εννοήσουμε  Η γλώσσα της κάθε εποχής είναι άλλο πράγμα, όπως ο κάθε απόγονος είναι διαφορετικός από τον κάθε πρόγονό του, μοναδικός και ανεπανάληπτος. Ας προσπαθήσουμε να φαντασθούμε έναν άνθρωπο του χρυσού αθηναϊκού αιώνα στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Μπορεί βέβαια να ‘έπιανε’ λέξεις και ίσως φράσεις απ’ όσα θα άκουγε, αλλά θα δυσκολευόταν τόσο να καταλάβει τους γύρω του, όσο κι ένας σημερινός Έλληνας να κατανοήσει την περιπατητική διδασκαλία του Αριστοτέλη ή μια δημηγορία του Περικλή ή την απαγγελία των Ομηρικών επών (άλλωστε το ίδιο συμβαίνει στον σύγχρονο Ελλαδίτη όταν βρεθεί να μιλάει με γηγενείς του Πόντου, της Κύπρου ή της ελληνόφωνης Κάτω Ιταλίας). Όπως όμως ένας άνθρωπος φέρει στο γονιδίωμά του λιγότερα ή περισσότερα βιολογικά χνάρια όλων των προγόνων του, έτσι και η γλώσσα του φέρει ανάλογα λεκτικά ‘γονίδια’ από όλους τους προγόνους της. Όσο η απόσταση των γενεών μεγαλώνει, τόσο οι ‘απόγονοι’ διαφέρουν από τους απόμακρους ‘προγόνους’, και τόσο περισσότερο δυσκολεύονται να τους καταλάβουν, όπως και οι γονείς τα παιδιά ή τα εγγόνια τους. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύουν να έχουν μεταξύ τους δεσμούς αίματος. Ή καλύτερα γονιδίων.

Αυτός είναι και ο λόγος που τα κείμενα, οι γλωσσικές εκφράσεις της κάθε εποχής, δεν μπορούν εύκολα να μεταγραφούν σε μια διαφορετική ιστορική μορφή της ίδιας μητέρας γλώσσας, χωρίς να χάσουν πολλά ή λίγα από τα ιδιαίτερά τους γνωρίσματα. Ο Όμηρος στη νεοελληνική δεν είναι ακριβώς Όμηρος, όσο καλή και ποιητική κι αν είναι η απόδοσή του. Δεν μπορούμε να ανταλλάξουμε αμοιβαία τα γλωσσικά ιδιώματα του Ρωμανού του Μελωδού και του Διονυσίου Σολωμού, του Σιμωνίδη του Κείου και του Πτωχοπρόδρομου, του Θουκυδίδη και του Παπαδιαμάντη, του Μακρυγιάννη και του Καζαντζάκη, χωρίς να ‘προδώσουμε’, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, τα νοήματα και τα συναισθήματα που ο κάθε δημιουργός προσπάθησε να εκφράσει με το έργο του. Ακόμη και αν δεν κατανοούμε κατά λέξιν κείμενα άλλων εποχών, μπορούμε να τα απολαμβάνουμε αισθητικά και να προσπαθούμε να τα συλλάβουμε νοηματικά, αρκούμενοι όμως στη γνώση ότι το αποτέλεσμα δεν θα είναι τέλειο, αλλά ‘εκ μέρους’, όπως και η οποιαδήποτε μετάφρασή τους. Αυτή άλλωστε είναι και η ομορφιά της γλώσσας, σε κάθε φάση της ατέρμονης εξέλιξής της, και η ‘εκ μέρους’ κατανόηση δεν πρέπει να μας αποτρέπει από το να διδάσκουμε και να διαβάζουμε τα πρωτότυπα κείμενα.

Ωστόσο, ως λαός αρεσκόμαστε να παθιαζόμαστε με τη γλώσσα μας, διότι την θεωρούμε ως ένα από εκείνα τα συνεκτικά στοιχεία της φυλής μας, μαζί με το ‘όμαιμον’ και τα ‘θεών ιδρύματα κοινά και θυσίας, ήθεά τε ομότροπα’ [Ηρόδοτος], αλλά συχνά και ως στοιχείο πολιτισμικής ανωτερότητος έναντι όλων των άλλων φυλών και γλωσσών. Από συστάσεως του ελληνικού κράτους έχουν γίνει πολλές και ιστορικές μάχες, σε επίπεδο σχεδόν εμφυλίου πολέμου, μεταξύ οπαδών (κάποιας μορφής) ‘καθαρεύουσας’ και (κάποιας μορφής) ‘δημοτικής’, ενώ κάθε τόσο εγείρεται νέα υποψία για μια πραγματική ή φανταστική επιβουλή κατά της ελληνικής γλώσσης (όπως πρόσφατα με τη Γραμματική του Δημοτικού). Εδώ η ιστορία αναπόφευκτα μπλέκεται με τη μυθολογία και τα όρια ρεαλισμού και συνωμοσίας είναι συχνά ασαφή. Οι ‘αστικοί μύθοι’ αφθονούν και διαιωνίζονται με την βοήθεια και των συγχρόνων ηλεκτρονικών βοηθημάτων, και όλοι (συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών και των δημοσιογράφων) γίνονται περίπου ειδικοί και στο θέμα αυτό, όπως και σε τόσα άλλα.

Αυτό δείχνει ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα συμβατικό εργαλείο αμοιβαίας κατανόησης και κοινής συνεννόησης (όπως π.χ. τα μαθηματικά σύμβολα). Οι λέξεις και οι φράσεις, προφορικές ή γραπτές, φορτίζονται εννοιολογικά και συναισθηματικά, μεταδίδουν στους ακροατές ή τους αναγνώστες τους το πάθος ενός ρήτορα, την πίστη ενός ιεροκήρυκα, τον λαϊκισμό ενός δημαγωγού, και μπορεί να σηκώσουν επαναστάσεις που διέπονται είτε από ενθουσιασμό είτε από μίσος. Οι λέξεις και οι φράσεις αποκτούν ιερότητα με τη μορφή κειμένων που δεν τολμά κανείς να θίξει ή να αλλοιώσει χωρίς να προκαλέσει τουλάχιστον θύελλα. Οι λέξεις και οι φράσεις χρησιμοποιούνται ως ‘λογότυπα’ και κατατεθειμένα σήματα πολιτικών και άλλων φατριών, και συχνά τοποθετούν τους χρήστες τους στο ιδεολογικό φάσμα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια. Οι λέξεις και οι φράσεις, σε ένα πιο πρωτόγονο επίπεδο, παίρνουν μαγικές διαστάσεις και γίνονται ξόρκια και κατάρες. Αποτέλεσμα είναι όχι σπάνια η γλώσσα από μέσο συνεννόησης να γίνεται διαχωριστικός μεσότοιχος, κάτι που χιουμοριστικά διατύπωσε ο George Bernard Shaw για την αγγλική (‘Αμερική και Αγγλία είναι δυο χώρες που χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα’).

Κοντά σε όλα τα παραπάνω, υπάρχει και η αμοιβαία καχυποψία, όχι πάντα αδικαιολόγητη, ότι καθένας που υποστηρίζει μια (οποιαδήποτε) άποψη για τη γλώσσα έχει κάτι άλλο στο νου του, μια ‘κρυφή ατζέντα’, έναν απώτερο σκοπό. Δεν είναι απαραίτητο αυτή να είναι πολιτική ή ιδεολογική. Ακόμη και οι ‘αυθεντίες’, οι επιστήμονες γλωσσολόγοι, κάποια σκοπιμότητα εξυπηρετούν, έστω και αμιγώς ακαδημαϊκή, υπερασπιζόμενοι το γνωστικό τους αντικείμενο και τη δική τους θέση στον ιδιότυπο διάλογο. Και λησμονώντας συχνά ότι άλλο είναι η επιστήμη και άλλο η διδασκαλία και η χρήση της γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας και έκφρασης. Μια πρόχειρη αντιδιαστολή που μου έρχεται στο μυαλό: τα βιβλία της γλώσσας (του Δημοτικού) γράφονται από φιλολόγους, αλλά διδάσκονται από δασκάλους και απευθύνονται σε μικρά παιδιά, που πρέπει να μάθουν καταρχήν να μιλούν και να γράφουν ελληνικά και όχι να ξεχωρίζουν τη διαφορά φθόγγων, φωνημάτων και φωνηέντων. Είναι προφανές ότι άλλες είναι οι προτεραιότητες και τα ενδιαφέροντα της κάθε ομάδας, και η προσέγγιση για την επίτευξη αμοιβαίας κατανόησης δεν είναι πάντα αυτονόητη. Για να φέρω ένα ανάλογο παράδειγμα από τη δουλειά μου, πολλές φορές οι άρρωστοι παραπονούνται ότι δεν καταλαβαίνουν τις εξηγήσεις που τους δίνουν οι γιατροί, διότι οι τελευταίοι μιλούν σε γλώσσα ‘τεχνική’ και δύσκολη. Όταν ενημερώνω τους ασθενείς μου για το πρόβλημα της υγείας τους πρέπει να κατέβω στο δικό τους επίπεδο: δεν μπορώ να τους μιλήσω με την ίδια γλώσσα που θα χρησιμοποιούσα για μια διάλεξη σε συναδέλφους, και αυτό δεν γίνεται αυτόματα, αλλά χρειάζεται κατάλληλη παιδεία.

Για να ξαναγυρίσουμε σε όσα προαναφέραμε: μπορούμε να κατεδαφίσουμε τον ‘μεσότοιχον του φραγμού’; Αν και μη ειδικός, δύσκολο το βλέπω, με δεδομένη την ιστορία των γλωσσομαχιών στην Ελλάδα. Θα χρειαζόταν πολλή νηφαλιότητα και ώριμη σκέψη για να συναποδεχθούμε ότι το διαφορετικό γλωσσικό ιδίωμα του άλλου δεν είναι δείγμα πολιτικής αντιπαλότητας ούτε τον κατατάσσει αυτόματα στα ‘μιάσματα’ ή τους αιρετικούς. Θα χρειαζόταν όμως και αντίστοιχη βούληση να αποδεχθούμε, επιστήμονες και μη, την φυσική εξέλιξη και πορεία της ζωντανής γλώσσας χωρίς απόπειρες βιασμού και αυθαίρετης αποκοπής από τις ρίζες και την ιστορική της συνέχεια. Με δεδομένη τη δυσκολία συνεννόησης για ελάσσονα θέματα (όπως π.χ. η διατύπωση και εφαρμογή μιας πραγματικά εθνικής πολιτικής) το μείζον αυτό φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτο.

Άδεια η πόλη

[Γράφτηκε το 2011]

 Άδεια η πόλη, παραμονές γιορτής. Η παράφραση του γνωστού παλιού τραγουδιού μου έρχεται στο νου ως η πιο ταιριαστή περιγραφή της εικόνας που δίνει η μεγάλη μας πόλη, μια μέρα πριν τον Δεκαπενταύγουστο. Ανοιχτές οι μπαλκονόπορτες, μια και ο θόρυβος των δρόμων έχει πέσει σε επίπεδα υποφερτά, σχεδόν νέκρας. Κυριακή, παραμονή αργίας, που σημαίνει ότι η καλοκαιρινή φυγή, που έγινε παράδοση εδώ και χρόνια, έχει ολοκληρωθεί. Χρόνος σιγής, αναμονής, θυμίζει Μέγα Σάββατο. Ευκαιρία να ξεμουδιάσει κανείς από την πολύωρη κατάληψη της καρέκλας. Λίγη άσκηση δεν βλάπτει, η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας είναι ανεκτή. Νοερά καταστρώνω ένα δρομολόγιο για αστικό περίπατο, και παίρνω τους δρόμους.

   Τα στενά είναι τελείως έρημα. Ξερά φύλλα γεμίζουν τα ρείθρα εδώ κι εκεί. Μια αόριστη οσμή από απορρίμματα και αποχετεύσεις κυκλοφορεί στον ζεστό αέρα. Ακόμη και οι γάτες ξαπλώνουν τεμπέλικα στη σκιά των αυτοκινήτων που έχουν μείνει σταθμευμένα στη γειτονιά. Κανείς σχεδόν δεν κυκλοφορεί. Από ένα χαμηλό στενό μπαλκόνι ακούγεται ρυθμικός μεταλλικός κρότος. Πίσω από την κρεμασμένη μπουγάδα διακρίνω δυο γυμνά νηπιακά ποδαράκια να κλωτσούν μια μπάλα πάνω στα κάγκελα. Το ‘γήπεδο’ ίσα-ίσα χωράει τον λιλιπούτειο ποδοσφαιριστή, που δεν εγκατέλειψε την πόλη, Κύριος οίδε για ποιο λόγο.

   Βαδίζω χωρίς εμπόδια. Τα πεζοδρόμια άδεια, δεν σταματώ καν στα φανάρια των διαβάσεων, αφού τα αυτοκίνητα είναι σπάνια. Ανεβάζω στροφές, μια και ο περίπατος γίνεται για άσκηση. Στα καφενεία που μένουν ακόμη ανοικτά βλέπει κανείς ένα-δυο ηλικιωμένους να πίνουν νωχελικά τον απογευματινό τους. Μια γριά γυναίκα με μαύρα γυαλιά και το μπράτσο σε γύψο βαδίζει με τη βοήθεια του μπαστουνιού. Ευτυχώς δεν με ενοχλεί η μέση μου, που έχει τη συνήθεια να διακόπτει τέτοιες δραστηριότητες. Τι θα σκέφτονται όσοι βλέπουν κάποιον να βαδίζει γοργά τέτοια ώρα, με τέτοια ζέστη; Μάλλον δεν στέκει καλά…

   Βαδίζοντας κοιτάζω τα ονόματα των δρόμων. Πολλά τα ξέρω, κάποια άλλα τα βλέπω  για πρώτη φορά. Μερικές διευθύνσεις έχουν τη δική τους σημασία. Κατά καιρούς, στα χρόνια που πέρασαν, επισκέφθηκα εκεί συγκεκριμένους ασθενείς. Οι περισσότεροι με καρκίνο, κανένας δεν ζει σήμερα. Σε κάποιους πήγα μόνο για να υπογράψω το πιστοποιητικό θανάτου. Η πορεία που ακολουθώ μου φέρνει στο νου μια σειρά τέτοιες περιπτώσεις, σαν ένα ιδιόρρυθμο τοπογραφικό συναξάρι. Ο Θεός να τους έχει αναπαυμένους όλους.

   Στρίβω στον μεγάλο κεντρικό δρόμο. Εδώ η κίνηση είναι λίγο περισσότερη, και ο θόρυβος το ίδιο. Πιάνω το σκιερό πεζοδρόμιο. Ένα μεγάλο κατάστημα έχει προστεθεί τελευταία στα πολλά άδεια που υπάρχουν τις μέρες αυτές. Τι ήταν πριν; Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να το φέρω στο νου μου. Ακόμη ένα θύμα της κρίσης.

   Μια διπλή σειρήνα σπάζει απειλητικά την ησυχία της πόλης. Δυο πυροσβεστικά οχήματα περνούν με μεγάλη ταχύτητα με κατεύθυνση την έξοδο της πόλης. Εποχή καύσωνα, βλέπεις, αυξημένος ο κίνδυνος σε κάθε στιγμή. Ελπίζω χωρίς σοβαρές συνέπειες.

   Ο τακτικός μανάβης κάθεται όπως πάντα στη γωνιά του, μέσα στο γνωστό παμπάλαιο ημιφορτηγό, χωρίς ιδιαίτερη ασχολία. Μόνο κατά λάθος θα βρεθεί κάποιος που ξέμεινε από φρούτα σήμερα για να τον θυμηθεί. Ένα τετράγωνο παρακάτω μια γκαλερί με κρεμασμένα έργα ζωγραφικής σε διάφορες τεχνοτροπίες. Υποπτεύομαι ότι θα περιμένουν αρκετά για αγοραστή. Primum vivere, βλέπεις. Βέβαια, υπό την πίεση των οικονομικών στερήσεων αναγκάζεται κανείς να σκεφτεί και να φιλοσοφήσει (μάλλον κάποιο λάθος έκαναν οι Λατίνοι). Όχι όμως και να αγοράσει πίνακες.

   Στη στροφή του δρόμου βλέπω μια μεσόκοπη αδύνατη γυναίκα να βαδίζει με τη νυχτικιά της. Η ζέστη από τη μία, οι άδειοι δρόμοι από την άλλη, πού να αλλάζεις ρούχα για μια σύντομη έξοδο; Τη βλέπω να κατευθύνεται προς το ανοιχτό περίπτερο, είκοσι μέτρα πιο πέρα. Μάλλον θα ξέμεινε από τσιγάρα, υποπτεύομαι. Δεν περιμένω να το επιβεβαιώσω.

   Μια δεύτερη σειρήνα χαλάει βάναυσα τον κόσμο δίπλα μας: ασθενοφόρο αυτή τη φορά. Οι αρρώστιες δεν καταλαβαίνουν από γιορτές και αργίες, ενώ τα ατυχήματα συνηθίζουν να συμβαίνουν ειδικά τέτοιες μέρες. Μια βάναυση υπενθύμιση ότι τα ανθρώπινα πράγματα μπορεί να αλλάξουν ξαφνικά. Η φιλοσοφία που λέγαμε.

   Ο περίπατος πλησιάζει στο τέλος. Οι σφύξεις έχουν ανέβει αρκετά, ο ιδρώτας μουσκεύει το γιακά της μπλούζας, ώρα για ντους. Εκεί που σκέφτομαι ότι δεν συνάντησα πουθενά κάποιον γνωστό (ευτυχώς!), βλέπω ένα νεαρό με οικεία φυσιογνωμία να κάθεται στο παγκάκι μιας στάσης λεωφορείου. Με βλέπει κι εκείνος, χαμογελάει και σηκώνεται ευγενικά. ‘Καλησπέρα, γιατρέ!’ μου λέει. Τον αναγνωρίζω, είναι νοσηλευτής στο χώρο που εργάζομαι. Του ανταποδίδω τον χαιρετισμό και σπεύδω να απομακρυνθώ. Ουδέν κρυπτόν…