2013 in review

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2013 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

A New York City subway train holds 1,200 people. This blog was viewed about 6,400 times in 2013. If it were a NYC subway train, it would take about 5 trips to carry that many people.

Click here to see the complete report.

Ποντίκια και αδέσποτα σκυλιά

Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα 2013, τ. 64

Ένα από τα καθήκοντα του ιατρού μονάδος στο στρατό ήταν (και υποθέτω ότι εξακολουθεί να είναι) η περιοδική υγειονομική επιθεώρηση του στρατοπέδου όπου εδρεύει η μονάδα του. Το καθήκον είναι βέβαια ουσιαστικό και έχει πρακτικές επιπτώσεις για τις συνθήκες διαβίωσης και την εν γένει υγεία των ανθρώπων που ζουν στον δεδομένο χώρο. Ωστόσο, όχι σπάνια φαίνεται να περιορίζεται σε τήρηση γραφειοκρατικών τύπων όπως είναι το Βιβλίο Υγειονομικών Επιθεωρήσεων, και μάλιστα με τρόπο που να ικανοποιεί πρωτίστως τα… προσωπικά υγειονομικά ενδιαφέροντα του εκάστοτε διοικητή. Από ένα τέτοιο βιβλίο, το οποίο γνώρισα κατά τη θητεία μου πριν μερικές δεκαετίες, αντέγραψα και παραθέτω αυτούσιες (διατηρώντας την γλώσσα και την ορθογραφία τους) κάποιες καταχωρίσεις που αφηγούνται μια δική τους ιστορία (που είχε λάβει χώρα προ των ημερών μου στη μονάδα). Το μόνο στοιχείο που αφαίρεσα είναι το έτος, ενώ οι υπόλοιπες ημερομηνίες δίνονται με χρονολογική σειρά για να δείχνουν την εξέλιξη του προβλήματος που είχε το συγκεκριμένο στρατόπεδο—που βρισκόταν σε εξοχική τοποθεσία—με τις δυο κατηγορίες ζώων που αναφέρονται στον τίτλο.

 8/3:      Συνέχισις και έντασις της μυκτονίας.

12/3:    Συνεχίζεται η μυοκτονία. Εις μέλας κυν (sic) περιεφέρετο εντός του στρατοπέδου.

15/3:    Διέρχονται δια του στρατοπέδου 2 τσομπανόσκυλα.

17/3:    Ειδοποιήθησαν οι ιδιοκτήται σκύλων της περιοχής. Η μυοκτονία συνεχίζεται.

18/3:    Συνεχίζεται η μυοκτονία εντός των μαγειρείων χωρίς δραστικόν αποτέλεσμα. Άμεσος λήψις μέτρων δια ριζικήν εξόντωσιν των μυών.

19/3:    Έγινε η μελέτη των σχετικών διαταγών και αι τεχνικαί οδηγίαι καταπολεμήσεως τρωκτικών.

26/3:    Επιβάλλεται η χρήσις μυοκτόνων δια την εξόντωσιν των μυών.

27/3:    Να εξοντωθούν οι μύες παντοιοτρόπως.

2/4:      Εγένετο τοποθέτησις (χρήσις) μυοκτόνων τη επιβλέψει ομάδος Υγειονομικού.

8/4:      Η μυοκτονία συνεχίζεται χωρίς ουσιαστικόν αποτέλεσμα.

15/4:    Παραμένουν ωρισμένοι μύες εντός των τοιχωμάτων των μαγειρείων.

17/4:    Να αγορασθούν 2 αεροβόλα όπλα δια την ριζικήν απομάκρυνσιν των αδεσπότων κυνών.

22/4:    Ο αριθμός των κυκλοφορούντων μυών εντός των μαγειρείων ηλαττώθη σημαντικώς.

24/5:    Συνεχίζεται η μυοκτονία εντός των μαγειρείων δια ποικίλων μεθόδων. Προτείνεται η μεταφορά 2 γαλών εντός των μαγειρείων [Σημείωση υποδιοικητή: Χρειάζονται γάτες ειδικής ράτσας να μη φοβούνται τα ποντίκια] [Σημείωση διοικητή: Βεβαίως, και μάλιστα ΑΓΚΥΡΑΣ. Ορισθούν μερίμνη Λόχου 2 οπλίται συνοδοί γαλών].

31/5:    Να δοθή άδεια εις τον νοσοκόμον να φέρη τις γάτες (ειδικές δια μυοκτονίαν).

4/6:      Να αλλάξη ο τρόπος μυοκτονίας με την αντικατάστασιν της ομάδος μυοκτονίας με ομάδα γαλών. Να δοθή άδεια εις τον Νοσοκόμον όστις δύναται να εξεύρη γαλάς.

6/6:      Αφίχθησαν αι γαλαί δια την μυοκτονίαν.

       Χώρος parking (?) κυνών ως ευρισκόμενος πλησίον του μουσείου του Κέντρου κρίνεται ακατάλληλος.

11/6:    Εγένετο μυοκτονία υπό της υγειονομικής ομάδος και της γαλής.

21/6:    Ωρισμένοι κύνες δέον να προσδένωνται διότι επιτίθενται κατά του προσωπικού του Κέντρου.

 Εδώ σταματούσαν οι σχετικές καταχωρίσεις, και ακολουθούσαν σποραδικές εγγραφές που αναφέρονταν σε άλλα θέματα, λίγο-πολύ συνηθισμένα (καθαριότητα, αποθήκες τροφίμων κτλ). Όταν ρώτησα αν έγινε κάποιο υγειονομικό ‘θαύμα’ εκείνη την εποχή, μου απάντησαν ότι στις 22/6 άλλαξε ο διοικητής. Αυτό που δεν έμαθα ποτέ ήταν αν τα ποντίκια ακολούθησαν τον παλαιό διοικητή στη νέα του θέση (οπότε ίσως η ιστορία να συνεχίσθηκε σε κάποιο άλλο βιβλίο επιθεωρήσεων) ή αν ο νέος διοικητής δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την εξόντωση των μυών ‘παντοιοτρόπως’, οπότε οι δυο γάτες πέρασαν στο… ταμείο ανεργίας. Γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι ότι οι μέχρι τότε πανταχού παρόντες μύες ουδαμώς με απασχόλησαν στους δέκα μήνες που πέρασα στο στρατόπεδο. Ούτε και οι αδέσποτοι κύνες.

Μια Ωδή για την κρίση

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ‘Χριστός & Κόσμος’ 2012, τ. 41, σ. 162-163

 Εδώ και μερικά χρόνια η ‘κρίση’ έχει γίνει καθημερινό άκουσμα, συνώνυμη της εθνικής τραγωδίας και καταστροφής. Ωστόσο, συνήθως περιορίζουμε το νόημά της σε οικονομικά μεγέθη (τόσα χρωστάμε, τόσα θα μας ‘κόψουν’, τόσα χρόνια θα πληρώνουμε κ.τ.λ.), και δεν σκεφτόμαστε βαθύτερα. Ακόμη και η έκφραση ‘κρίση αξιών’, που κάθε τόσο ακούγεται από πολλούς, περνάει μάλλον επιπόλαια από τα αυτιά και το νου μας, χωρίς να της δίνουμε ιδιαίτερη προσοχή και σημασία.

Δεν σκέφτονταν όμως όλοι και πάντοτε τόσο επιπόλαια. Κρίσεις πέρασαν πολλοί λαοί και σε πολλές εποχές. Και υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι ανάμεσά τους που έβλεπαν πιο πέρα από τα ορατά στοιχεία, αντιλαμβάνονταν την ουσία των πραγμάτων και των φαινομένων, και εντόπιζαν τα αίτιά τους στην πραγματική βάση: την απιστία και την ανυπακοή προς τον Θεό. Κλασικό παράδειγμα: ο ‘λαός του Θεού’, που στην Παλαιά Διαθήκη ταυτιζόταν με τον Ισραηλιτικό λαό, ενώ μετά την Πεντηκοστή και τη ίδρυση της Εκκλησίας έλαβε υπερεθνικές και παγκόσμιες διαστάσεις.

Οι ‘κρίσεις’ που γνώρισε ο Ισραήλ στην Π. Διαθήκη ξεκινούσαν πάντα από επεισόδια αποστασίας και απομάκρυνσης από τον αληθινό ‘Θεόν των πατέρων’, και λύονταν όταν ο λαός ξανάβρισκε την πίστη του και στρεφόταν προς αυτόν. Μια από τις πιο ισχυρές ‘κρίσεις’ ήταν η πολύχρονη αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα, στην εποχή του Ναβουχοδονόσορ. Τον καιρό της αιχμαλωσίας αυτής ο λαός δεν είχε ούτε πολιτική ούτε στρατιωτική ούτε θρησκευτική ηγεσία: ήταν απόλυτα σκλάβος και υποχείριος σε ειδωλολάτρες. Και όμως, παρά την έλλειψη επίσημης αρχηγίας και καθοδήγησης, μερικοί εκλεκτοί άνθρωποι συνέχιζαν να πιστεύουν και να μη προσκυνούν τα είδωλα. Η ιστορία του Προφήτη Δανιήλ και των Τριών Παίδων είναι γνωστή. Ο Αζαρίας, ο Ανανίας και ο Μισαήλ ρίχνονται δεμένοι στην κάμινο του πυρός διότι αρνούνται να υπακούσουν στο ‘έκνοον πρόσταγμα του δυσσεβούς τυράννου’ και να προσκυνήσουν την χρυσή εικόνα του. Κι ενώ οι φλόγες υψώνονται 49 πήχες, όπως μας λέει το προφητικό βιβλίο, ο Αζαρίας απευθύνει προς τον αληθινό Θεό μέσα από τη φωτιά την παρακάτω προσευχή, που διασώζεται ως εβδόμη βιβλική ωδή και παρατίθεται εδώ σε ελεύθερη απόδοση:

Ευλογημένος είσαι, Κύριε, Θεέ των πατέρων μας, και επαινετό και δοξασμένο το όνομά σου στους αιώνες. Διότι είσαι δίκαιος σε όλα όσα μας έκανες, και όλα τα έργα σου είναι αληθινά, και ίσιοι οι δρόμοι σου, και όλες οι κρίσεις σου αληθινές. Κι αληθινές αποφάσεις έβγαλες σε όλα όσα έφερες πάνω μας και πάνω στην αγία πόλη Ιερουσαλήμ, διότι με αλήθεια και κρίση τα έφερες πάνω μας, για τις αμαρτίες μας. Διότι αμαρτήσαμε και ανομήσαμε με το να απομακρυνθούμε από σένα, και αμαρτήσαμε σε όλα, και δεν ακούσαμε τις εντολές σου, ούτε τις φυλάξαμε, ούτε κάναμε όπως μας πρόσταξες ώστε να ευοδωθούν τα έργα μας. Και όλα όσα μας έκανες, και όλα όσα μας επέφερες, με αληθινή κρίση τα έκανες. Και μας παρέδωσες σε χέρια εχθρών ανόμων και αποστατών, και σε βασιλιά άδικο και πονηρότατο σε όλη την γη. Και τώρα, δεν μπορούμε να ανοίξουμε καν το στόμα μας, γίναμε ντροπή και καταισχύνη στους δούλους σου και σε όσους σε σέβονται. Μη μας αφήσεις να χαθούμε ολοκληρωτικά για το άγιο όνομά σου, και μην ακυρώσεις την διαθήκη σου, και μην αποσύρεις το έλεός σου από μας, για χάρη του αγαπημένου σου Αβραάμ, και του δούλου σου Ισαάκ, και του εκλεκτού σου Ισραήλ, στους οποίους είπες ότι θα πληθύνεις τους απογόνους τους σαν τα άστρα στον ουρανό και σαν την άμμο στις ακροθαλασσιές. Διότι, Δέσποτα, γίναμε μικρότεροι απ’ όλα τα έθνη και είμαστε κατώτεροι σε όλη τη γη σήμερα για τις αμαρτίες μας. Και δεν υπάρχει τον καιρό αυτό άρχοντας και προφήτης και ηγέτης, ούτε ολοκαύτωμα, ούτε θυσία, ούτε προσφορά, ούτε θυμίαμα, ούτε τόπος να προσφέρουμε θυσία μπροστά σου και να βρούμε έλεος. Όμως ας γίνουμε δεκτοί με συντριβή ψυχής και με πνεύμα ταπείνωσης. Σαν ολοκαύτωμα από κριούς και ταύρους και σαν μυριάδες παχιά αρνιά, έτσι ας γίνει ευπρόσδεκτη η θυσία μας μπροστά σου σήμερα, κι ας μας συμφιλιώσει μαζί σου, διότι εκείνοι που έχουν πεποίθηση σε σένα δεν νιώθουν ντροπή. Και τώρα, εξακολουθούμε με όλη μας την καρδιά και σε φοβόμαστε, και αποζητούμε το πρόσωπό σου: μη μας καταντροπιάσεις, αλλά κάνε σε μας σύμφωνα με την επιείκειά σου και το πλήθος του ελέους σου. Γλίτωσέ μας με τα θαυμαστά σου έργα, και ανάδειξε ένδοξο το όνομά σου, Κύριε. Και ας καταισχυνθούν όσοι θέλουν το κακό των δούλων σου, και ας πέσουν ντροπιασμένοι από κάθε δύναμη, και η εξουσία τους ας συντριβεί. Και ας γνωρίσουν ότι συ είσαι Κύριος και μόνος Θεός και ένδοξος σε όλη την οικουμένη’.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία για να μεταφέρει κανείς τα λόγια της ωδής αυτής από τον έκτο αιώνα προ Χριστού στον εικοστό πρώτο μετά Χριστόν, και από την Βαβυλώνα στη σύγχρονη Ελλάδα. Οι αναλογίες είναι σαφείς και ολοφάνερες. Η κρίση που διανύουμε δεν προέκυψε τυχαία ή αυτόματα. Πολλές και ποικίλες είναι οι ρίζες της: αποστασία από τον Θεό και τις παραδοσιακές αξίες μας, άρνηση της ιστορίας και της πίστης μας, κατάλυση κάθε έννοιας ιεραρχίας, α-νοησία, προχειρότητα, ανευθυνότητα, ασυνεννοησία, διχόνοια, πελατειακή λογική, απληστία, επίδειξη, νεοπλουτισμός, χυδαιότητα λόγου και βίου, σπατάλη, ιδιοτέλεια, απανθρωπία, ειδωλολατρία. Η προσεκτική ανάγνωση της εβδόμης ωδής μπορεί να μας βοηθήσει σε μια βαθύτερη κατανόηση της κατάστασης που αντιμετωπίζουμε ως λαός και ως έθνος, αλλά και σε συνειδητοποίηση και αναζήτηση της λύσης στην σωστή κατεύθυνση: τη στροφή μας προς ‘το Φως το αληθινόν’. Πρόκειται για μια προσευχή με διαχρονική αξία, ιδιαίτερα επίκαιρη και διδακτική στις μέρες μας. Ευκαιρία να την γνωρίσουμε, και να την επαναλαμβάνουμε τακτικά.

 

 

Θέμα χρόνου

Δημοσιεύθηκε στα Ιατρικά Θέματα, τ. 62, καλοκαίρι 2012

Ας θυμηθούμε δυο ανέκδοτα. Το ένα είναι ένας παλιός αυθεντικός διάλογος στο Άγιον Όρος, από την εποχή που οι μετακινήσεις γίνονταν κυρίως με Ι.Π. (ιδίοις ποσίν):

     « Όταν ξεκίνησα από την Ιβήρων μου είπαν ότι θα έκανα μία ώρα για τη Φιλοθέου. Εγώ έκανα τρεις».

«Καλόγερος σου το είπε; Τότε εννοούσε μία καλογερική ώρα».

Επίσης παλιό είναι και το ακόλουθο ανέκδοτο. Κάποιος προσεύχεται και ρωτάει τον Θεό:

«Θεέ μου, τι είναι για σένα χίλια χρόνια;»

«Μισό λεπτό», απαντά ο Θεός.

«Και τι είναι για σένα ένα εκατομμύριο ευρώ;»

«Μια πεντάρα».

«Θεέ μου, σε παρακαλώ, μου δίνεις μια πεντάρα;»

«Και βέβαια. Περίμενε μισό λεπτό».

     Ο γιατρός και λογοτέχνης Παύλος Νιρβάνας, σ’ ένα χρονογράφημά του με τίτλο ‘Το Ελληνικόν λεπτόν’ (Εστία, 21/1/1930), παραθέτει μια σειρά χιουμοριστικών παραδειγμάτων που προσδίδουν στον χρόνο μια ιδιαίτερα ελληνική έννοια σχετικότητας. Όπως π.χ. το «Σε ένα λεπτό!» του σερβιτόρου ή το ένα (επίσης) λεπτό που θέλει ο κάθε τυχών ομιλητής για να ολοκληρώσει τη σκέψη του (το βλέπουμε άλλωστε κάθε τόσο στη Βουλή και στις διάφορες τηλεοπτικές αψιμαχίες). Πάντοτε, κατά τον Νιρβάνα, φταίει «αυτό το Ελληνικόν λεπτόν, από όμοια του οποίου απετελούντο, ως γνωστόν, αι εξ ημέραι της δημιουργίας του κόσμου, αι αντιπροσωπεύουσαι, κατά τους γεωλόγους, περιόδους αιώνων». Ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «Το Ελληνικόν λεπτόν κατά μέσον όρον, διαρκεί οκτώ ημέρας. Και βάλε…».

     Φαίνεται ότι ένα σημαντικό μέρος του σημερινού προβλήματος της Ελλάδας είναι αυτή η αβεβαιότητα του χρόνου. Από το πασίγνωστο λαϊκίστικο σύνθημα «Εδώ και τώρα!» έχουμε φτάσει στο «Μισό λεπτό!» του ανεκδότου. Σε πραγματικό χρόνο η διαφορά των δυο εννοιών δεν είναι βέβαια μεγάλη. Στη δική μας όμως περίπτωση πρόκειται για ελληνικό χρόνο. Ίσως αυτό να εννοούσε ο Αϊνστάιν με την έννοια της ‘διαστολής του χρόνου’ στη θεωρία της σχετικότητας: ότι δηλ. μπορούμε να τεντώνουμε και να ξεχειλώνουμε τον χρόνο κατά βούλησιν (δική μου ερμηνεία!).

     Έτσι στην Ελλάδα πολλά ερωτήματα της σύγχρονης ζωής όπως «Πότε θα πληρώσουν τα ταμεία γιατρούς και φαρμακοποιούς;», «Πότε θα παταχθεί η φοροδιαφυγή;», «Πότε θα ξαναβγούμε στις αγορές;», «Πότε θα μπει η ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης;», «Πότε θα μειωθεί το έλλειμμα ή το χρέος;», «Πότε θα πέσουν τα επιτόκια δανεισμού;» και άλλα παρόμοια, επιδέχονται απαντήσεις που τελικά ανάγονται στην αντίληψη περί χρόνου που έχει εκείνος που μιλάει. Για παράδειγμα, όταν ακούμε ότι οι πληρωμές θα γίνουν «τις αμέσως επόμενες μέρες», θα πρέπει να σκεφθούμε σε τι είδους μέρες αναφέρεται ο ομιλών. Ξέρετε πόσα «Ελληνικά λεπτά» διαθέτει μια «Ελληνική μέρα»; Τότε ξέρετε και πότε θα βγούμε από την τρέχουσα κρίση. Είναι απλώς θέμα χρόνου. Ελληνικού, βεβαίως.

Τα πάθη της γλώσσας μας

[Δημοσιεύθηκε στο Αντίφωνο 3/9/2012]

Το ότι η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό είναι αναντίρρητο. Οι έννοιες της βιολογίας μας βοηθούν να το εννοήσουμε  Η γλώσσα της κάθε εποχής είναι άλλο πράγμα, όπως ο κάθε απόγονος είναι διαφορετικός από τον κάθε πρόγονό του, μοναδικός και ανεπανάληπτος. Ας προσπαθήσουμε να φαντασθούμε έναν άνθρωπο του χρυσού αθηναϊκού αιώνα στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Μπορεί βέβαια να ‘έπιανε’ λέξεις και ίσως φράσεις απ’ όσα θα άκουγε, αλλά θα δυσκολευόταν τόσο να καταλάβει τους γύρω του, όσο κι ένας σημερινός Έλληνας να κατανοήσει την περιπατητική διδασκαλία του Αριστοτέλη ή μια δημηγορία του Περικλή ή την απαγγελία των Ομηρικών επών (άλλωστε το ίδιο συμβαίνει στον σύγχρονο Ελλαδίτη όταν βρεθεί να μιλάει με γηγενείς του Πόντου, της Κύπρου ή της ελληνόφωνης Κάτω Ιταλίας). Όπως όμως ένας άνθρωπος φέρει στο γονιδίωμά του λιγότερα ή περισσότερα βιολογικά χνάρια όλων των προγόνων του, έτσι και η γλώσσα του φέρει ανάλογα λεκτικά ‘γονίδια’ από όλους τους προγόνους της. Όσο η απόσταση των γενεών μεγαλώνει, τόσο οι ‘απόγονοι’ διαφέρουν από τους απόμακρους ‘προγόνους’, και τόσο περισσότερο δυσκολεύονται να τους καταλάβουν, όπως και οι γονείς τα παιδιά ή τα εγγόνια τους. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύουν να έχουν μεταξύ τους δεσμούς αίματος. Ή καλύτερα γονιδίων.

Αυτός είναι και ο λόγος που τα κείμενα, οι γλωσσικές εκφράσεις της κάθε εποχής, δεν μπορούν εύκολα να μεταγραφούν σε μια διαφορετική ιστορική μορφή της ίδιας μητέρας γλώσσας, χωρίς να χάσουν πολλά ή λίγα από τα ιδιαίτερά τους γνωρίσματα. Ο Όμηρος στη νεοελληνική δεν είναι ακριβώς Όμηρος, όσο καλή και ποιητική κι αν είναι η απόδοσή του. Δεν μπορούμε να ανταλλάξουμε αμοιβαία τα γλωσσικά ιδιώματα του Ρωμανού του Μελωδού και του Διονυσίου Σολωμού, του Σιμωνίδη του Κείου και του Πτωχοπρόδρομου, του Θουκυδίδη και του Παπαδιαμάντη, του Μακρυγιάννη και του Καζαντζάκη, χωρίς να ‘προδώσουμε’, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, τα νοήματα και τα συναισθήματα που ο κάθε δημιουργός προσπάθησε να εκφράσει με το έργο του. Ακόμη και αν δεν κατανοούμε κατά λέξιν κείμενα άλλων εποχών, μπορούμε να τα απολαμβάνουμε αισθητικά και να προσπαθούμε να τα συλλάβουμε νοηματικά, αρκούμενοι όμως στη γνώση ότι το αποτέλεσμα δεν θα είναι τέλειο, αλλά ‘εκ μέρους’, όπως και η οποιαδήποτε μετάφρασή τους. Αυτή άλλωστε είναι και η ομορφιά της γλώσσας, σε κάθε φάση της ατέρμονης εξέλιξής της, και η ‘εκ μέρους’ κατανόηση δεν πρέπει να μας αποτρέπει από το να διδάσκουμε και να διαβάζουμε τα πρωτότυπα κείμενα.

Ωστόσο, ως λαός αρεσκόμαστε να παθιαζόμαστε με τη γλώσσα μας, διότι την θεωρούμε ως ένα από εκείνα τα συνεκτικά στοιχεία της φυλής μας, μαζί με το ‘όμαιμον’ και τα ‘θεών ιδρύματα κοινά και θυσίας, ήθεά τε ομότροπα’ [Ηρόδοτος], αλλά συχνά και ως στοιχείο πολιτισμικής ανωτερότητος έναντι όλων των άλλων φυλών και γλωσσών. Από συστάσεως του ελληνικού κράτους έχουν γίνει πολλές και ιστορικές μάχες, σε επίπεδο σχεδόν εμφυλίου πολέμου, μεταξύ οπαδών (κάποιας μορφής) ‘καθαρεύουσας’ και (κάποιας μορφής) ‘δημοτικής’, ενώ κάθε τόσο εγείρεται νέα υποψία για μια πραγματική ή φανταστική επιβουλή κατά της ελληνικής γλώσσης (όπως πρόσφατα με τη Γραμματική του Δημοτικού). Εδώ η ιστορία αναπόφευκτα μπλέκεται με τη μυθολογία και τα όρια ρεαλισμού και συνωμοσίας είναι συχνά ασαφή. Οι ‘αστικοί μύθοι’ αφθονούν και διαιωνίζονται με την βοήθεια και των συγχρόνων ηλεκτρονικών βοηθημάτων, και όλοι (συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών και των δημοσιογράφων) γίνονται περίπου ειδικοί και στο θέμα αυτό, όπως και σε τόσα άλλα.

Αυτό δείχνει ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα συμβατικό εργαλείο αμοιβαίας κατανόησης και κοινής συνεννόησης (όπως π.χ. τα μαθηματικά σύμβολα). Οι λέξεις και οι φράσεις, προφορικές ή γραπτές, φορτίζονται εννοιολογικά και συναισθηματικά, μεταδίδουν στους ακροατές ή τους αναγνώστες τους το πάθος ενός ρήτορα, την πίστη ενός ιεροκήρυκα, τον λαϊκισμό ενός δημαγωγού, και μπορεί να σηκώσουν επαναστάσεις που διέπονται είτε από ενθουσιασμό είτε από μίσος. Οι λέξεις και οι φράσεις αποκτούν ιερότητα με τη μορφή κειμένων που δεν τολμά κανείς να θίξει ή να αλλοιώσει χωρίς να προκαλέσει τουλάχιστον θύελλα. Οι λέξεις και οι φράσεις χρησιμοποιούνται ως ‘λογότυπα’ και κατατεθειμένα σήματα πολιτικών και άλλων φατριών, και συχνά τοποθετούν τους χρήστες τους στο ιδεολογικό φάσμα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια. Οι λέξεις και οι φράσεις, σε ένα πιο πρωτόγονο επίπεδο, παίρνουν μαγικές διαστάσεις και γίνονται ξόρκια και κατάρες. Αποτέλεσμα είναι όχι σπάνια η γλώσσα από μέσο συνεννόησης να γίνεται διαχωριστικός μεσότοιχος, κάτι που χιουμοριστικά διατύπωσε ο George Bernard Shaw για την αγγλική (‘Αμερική και Αγγλία είναι δυο χώρες που χωρίζονται από μια κοινή γλώσσα’).

Κοντά σε όλα τα παραπάνω, υπάρχει και η αμοιβαία καχυποψία, όχι πάντα αδικαιολόγητη, ότι καθένας που υποστηρίζει μια (οποιαδήποτε) άποψη για τη γλώσσα έχει κάτι άλλο στο νου του, μια ‘κρυφή ατζέντα’, έναν απώτερο σκοπό. Δεν είναι απαραίτητο αυτή να είναι πολιτική ή ιδεολογική. Ακόμη και οι ‘αυθεντίες’, οι επιστήμονες γλωσσολόγοι, κάποια σκοπιμότητα εξυπηρετούν, έστω και αμιγώς ακαδημαϊκή, υπερασπιζόμενοι το γνωστικό τους αντικείμενο και τη δική τους θέση στον ιδιότυπο διάλογο. Και λησμονώντας συχνά ότι άλλο είναι η επιστήμη και άλλο η διδασκαλία και η χρήση της γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας και έκφρασης. Μια πρόχειρη αντιδιαστολή που μου έρχεται στο μυαλό: τα βιβλία της γλώσσας (του Δημοτικού) γράφονται από φιλολόγους, αλλά διδάσκονται από δασκάλους και απευθύνονται σε μικρά παιδιά, που πρέπει να μάθουν καταρχήν να μιλούν και να γράφουν ελληνικά και όχι να ξεχωρίζουν τη διαφορά φθόγγων, φωνημάτων και φωνηέντων. Είναι προφανές ότι άλλες είναι οι προτεραιότητες και τα ενδιαφέροντα της κάθε ομάδας, και η προσέγγιση για την επίτευξη αμοιβαίας κατανόησης δεν είναι πάντα αυτονόητη. Για να φέρω ένα ανάλογο παράδειγμα από τη δουλειά μου, πολλές φορές οι άρρωστοι παραπονούνται ότι δεν καταλαβαίνουν τις εξηγήσεις που τους δίνουν οι γιατροί, διότι οι τελευταίοι μιλούν σε γλώσσα ‘τεχνική’ και δύσκολη. Όταν ενημερώνω τους ασθενείς μου για το πρόβλημα της υγείας τους πρέπει να κατέβω στο δικό τους επίπεδο: δεν μπορώ να τους μιλήσω με την ίδια γλώσσα που θα χρησιμοποιούσα για μια διάλεξη σε συναδέλφους, και αυτό δεν γίνεται αυτόματα, αλλά χρειάζεται κατάλληλη παιδεία.

Για να ξαναγυρίσουμε σε όσα προαναφέραμε: μπορούμε να κατεδαφίσουμε τον ‘μεσότοιχον του φραγμού’; Αν και μη ειδικός, δύσκολο το βλέπω, με δεδομένη την ιστορία των γλωσσομαχιών στην Ελλάδα. Θα χρειαζόταν πολλή νηφαλιότητα και ώριμη σκέψη για να συναποδεχθούμε ότι το διαφορετικό γλωσσικό ιδίωμα του άλλου δεν είναι δείγμα πολιτικής αντιπαλότητας ούτε τον κατατάσσει αυτόματα στα ‘μιάσματα’ ή τους αιρετικούς. Θα χρειαζόταν όμως και αντίστοιχη βούληση να αποδεχθούμε, επιστήμονες και μη, την φυσική εξέλιξη και πορεία της ζωντανής γλώσσας χωρίς απόπειρες βιασμού και αυθαίρετης αποκοπής από τις ρίζες και την ιστορική της συνέχεια. Με δεδομένη τη δυσκολία συνεννόησης για ελάσσονα θέματα (όπως π.χ. η διατύπωση και εφαρμογή μιας πραγματικά εθνικής πολιτικής) το μείζον αυτό φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτο.

Άδεια η πόλη

[Γράφτηκε το 2011]

 Άδεια η πόλη, παραμονές γιορτής. Η παράφραση του γνωστού παλιού τραγουδιού μου έρχεται στο νου ως η πιο ταιριαστή περιγραφή της εικόνας που δίνει η μεγάλη μας πόλη, μια μέρα πριν τον Δεκαπενταύγουστο. Ανοιχτές οι μπαλκονόπορτες, μια και ο θόρυβος των δρόμων έχει πέσει σε επίπεδα υποφερτά, σχεδόν νέκρας. Κυριακή, παραμονή αργίας, που σημαίνει ότι η καλοκαιρινή φυγή, που έγινε παράδοση εδώ και χρόνια, έχει ολοκληρωθεί. Χρόνος σιγής, αναμονής, θυμίζει Μέγα Σάββατο. Ευκαιρία να ξεμουδιάσει κανείς από την πολύωρη κατάληψη της καρέκλας. Λίγη άσκηση δεν βλάπτει, η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας είναι ανεκτή. Νοερά καταστρώνω ένα δρομολόγιο για αστικό περίπατο, και παίρνω τους δρόμους.

   Τα στενά είναι τελείως έρημα. Ξερά φύλλα γεμίζουν τα ρείθρα εδώ κι εκεί. Μια αόριστη οσμή από απορρίμματα και αποχετεύσεις κυκλοφορεί στον ζεστό αέρα. Ακόμη και οι γάτες ξαπλώνουν τεμπέλικα στη σκιά των αυτοκινήτων που έχουν μείνει σταθμευμένα στη γειτονιά. Κανείς σχεδόν δεν κυκλοφορεί. Από ένα χαμηλό στενό μπαλκόνι ακούγεται ρυθμικός μεταλλικός κρότος. Πίσω από την κρεμασμένη μπουγάδα διακρίνω δυο γυμνά νηπιακά ποδαράκια να κλωτσούν μια μπάλα πάνω στα κάγκελα. Το ‘γήπεδο’ ίσα-ίσα χωράει τον λιλιπούτειο ποδοσφαιριστή, που δεν εγκατέλειψε την πόλη, Κύριος οίδε για ποιο λόγο.

   Βαδίζω χωρίς εμπόδια. Τα πεζοδρόμια άδεια, δεν σταματώ καν στα φανάρια των διαβάσεων, αφού τα αυτοκίνητα είναι σπάνια. Ανεβάζω στροφές, μια και ο περίπατος γίνεται για άσκηση. Στα καφενεία που μένουν ακόμη ανοικτά βλέπει κανείς ένα-δυο ηλικιωμένους να πίνουν νωχελικά τον απογευματινό τους. Μια γριά γυναίκα με μαύρα γυαλιά και το μπράτσο σε γύψο βαδίζει με τη βοήθεια του μπαστουνιού. Ευτυχώς δεν με ενοχλεί η μέση μου, που έχει τη συνήθεια να διακόπτει τέτοιες δραστηριότητες. Τι θα σκέφτονται όσοι βλέπουν κάποιον να βαδίζει γοργά τέτοια ώρα, με τέτοια ζέστη; Μάλλον δεν στέκει καλά…

   Βαδίζοντας κοιτάζω τα ονόματα των δρόμων. Πολλά τα ξέρω, κάποια άλλα τα βλέπω  για πρώτη φορά. Μερικές διευθύνσεις έχουν τη δική τους σημασία. Κατά καιρούς, στα χρόνια που πέρασαν, επισκέφθηκα εκεί συγκεκριμένους ασθενείς. Οι περισσότεροι με καρκίνο, κανένας δεν ζει σήμερα. Σε κάποιους πήγα μόνο για να υπογράψω το πιστοποιητικό θανάτου. Η πορεία που ακολουθώ μου φέρνει στο νου μια σειρά τέτοιες περιπτώσεις, σαν ένα ιδιόρρυθμο τοπογραφικό συναξάρι. Ο Θεός να τους έχει αναπαυμένους όλους.

   Στρίβω στον μεγάλο κεντρικό δρόμο. Εδώ η κίνηση είναι λίγο περισσότερη, και ο θόρυβος το ίδιο. Πιάνω το σκιερό πεζοδρόμιο. Ένα μεγάλο κατάστημα έχει προστεθεί τελευταία στα πολλά άδεια που υπάρχουν τις μέρες αυτές. Τι ήταν πριν; Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να το φέρω στο νου μου. Ακόμη ένα θύμα της κρίσης.

   Μια διπλή σειρήνα σπάζει απειλητικά την ησυχία της πόλης. Δυο πυροσβεστικά οχήματα περνούν με μεγάλη ταχύτητα με κατεύθυνση την έξοδο της πόλης. Εποχή καύσωνα, βλέπεις, αυξημένος ο κίνδυνος σε κάθε στιγμή. Ελπίζω χωρίς σοβαρές συνέπειες.

   Ο τακτικός μανάβης κάθεται όπως πάντα στη γωνιά του, μέσα στο γνωστό παμπάλαιο ημιφορτηγό, χωρίς ιδιαίτερη ασχολία. Μόνο κατά λάθος θα βρεθεί κάποιος που ξέμεινε από φρούτα σήμερα για να τον θυμηθεί. Ένα τετράγωνο παρακάτω μια γκαλερί με κρεμασμένα έργα ζωγραφικής σε διάφορες τεχνοτροπίες. Υποπτεύομαι ότι θα περιμένουν αρκετά για αγοραστή. Primum vivere, βλέπεις. Βέβαια, υπό την πίεση των οικονομικών στερήσεων αναγκάζεται κανείς να σκεφτεί και να φιλοσοφήσει (μάλλον κάποιο λάθος έκαναν οι Λατίνοι). Όχι όμως και να αγοράσει πίνακες.

   Στη στροφή του δρόμου βλέπω μια μεσόκοπη αδύνατη γυναίκα να βαδίζει με τη νυχτικιά της. Η ζέστη από τη μία, οι άδειοι δρόμοι από την άλλη, πού να αλλάζεις ρούχα για μια σύντομη έξοδο; Τη βλέπω να κατευθύνεται προς το ανοιχτό περίπτερο, είκοσι μέτρα πιο πέρα. Μάλλον θα ξέμεινε από τσιγάρα, υποπτεύομαι. Δεν περιμένω να το επιβεβαιώσω.

   Μια δεύτερη σειρήνα χαλάει βάναυσα τον κόσμο δίπλα μας: ασθενοφόρο αυτή τη φορά. Οι αρρώστιες δεν καταλαβαίνουν από γιορτές και αργίες, ενώ τα ατυχήματα συνηθίζουν να συμβαίνουν ειδικά τέτοιες μέρες. Μια βάναυση υπενθύμιση ότι τα ανθρώπινα πράγματα μπορεί να αλλάξουν ξαφνικά. Η φιλοσοφία που λέγαμε.

   Ο περίπατος πλησιάζει στο τέλος. Οι σφύξεις έχουν ανέβει αρκετά, ο ιδρώτας μουσκεύει το γιακά της μπλούζας, ώρα για ντους. Εκεί που σκέφτομαι ότι δεν συνάντησα πουθενά κάποιον γνωστό (ευτυχώς!), βλέπω ένα νεαρό με οικεία φυσιογνωμία να κάθεται στο παγκάκι μιας στάσης λεωφορείου. Με βλέπει κι εκείνος, χαμογελάει και σηκώνεται ευγενικά. ‘Καλησπέρα, γιατρέ!’ μου λέει. Τον αναγνωρίζω, είναι νοσηλευτής στο χώρο που εργάζομαι. Του ανταποδίδω τον χαιρετισμό και σπεύδω να απομακρυνθώ. Ουδέν κρυπτόν…

Summer heat, crisis, and the glad game

Δημοσιεύθηκε στο διαδικτυακό περιοδικό Hektoen International

Late afternoon in early August, Thessaloniki, Greece. A crazy time to be at work. Most colleagues are off for their summer vacations. I usually take mine in installments, a week in July, another week or so in the second half of August, depending on patient load and general circumstances. The summer heat is on with a vengeance, and the sun blazes down mercilessly on the heads and shoulders of those left in the city. On days like this one I usually regret my decision not to visit a cool place like England for a summer break. I would need a light jacket there, maybe even an umbrella, while now sweat fuses my shirt to my back.

This summer afternoon feels different, but not in terms of heat. We have had higher temperatures in the past. The country is in financial crisis, and its consequences are evident all around. One cannot help noticing the rows of padlocked shops that look vacant and deserted, their windows papered up mostly with “To Let” or “For Sale” signs, and a very occasional polite “Thank you for your custom.” Although the summer sales period is officially on, shoppers are scarce not only because people are away, but also because money is tight. This factor also probably keeps some patients away from private doctors like me. On top of all that comes the taxi owners’ strike, which has been going on for more than ten days now. This makes the city streets more manageable for the remaining traffic, but also poses a problem when you need a faster way to go home after a sweaty evening spell in the office. I seldom drive to my downtown office; our public transport network is good for most of the daily commuting.

Passing by the cathedral on the short walk from the bus stop to the office I take a habitual look at the notice board. Funeral announcements are customarily posted there, and only yesterday I spotted the name of a colleague; suffering from a heart attack, as I heard afterwards, he died before turning fifty. The notice is still there, a somber reminder of our common destiny, his face already fading from memory.

The regular beggar is also there in his wheelchair. I happen to have no coins in my pocket, so I studiously avoid his persistent stare. On a number of occasions I have dropped something in his cup, and now I wonder what he thinks of me when I ignore him. Will he excuse me for today’s neglect or mentally tick me off as a tight-fisted Scrooge? Should I care about his opinion of me? Strangely, I do. I know nothing about his actual circumstances; worse yet, I do not feel particularly inclined to get more involved.

My schedule only has a couple of appointments, so there is plenty of time for paperwork, web browsing (a couple of newspapers, some book reviews, an article in the New Yorker), even for a game of mahjong on the computer. All light-hearted and interesting, and I could spend the rest of the evening doing just that, but the bell rings. My first patient is here.

She is a lady I have seen regularly in the past. She has had scleroderma for a number of years and calls for a routine annual review. Physically she has been quite well. She has no evidence of fibrosis, her pulmonary hypertension is well-controlled, and she copes more than adequately with her tight, shiny, clawed fingers. However, her black dress is not dictated by fashion: a year ago she lost her husband to a hunting accident—a friend’s gun went off in the wrong direction. She gives me the story matter-of-factly, and I offer my words of sympathy as she shows me his picture on her cell phone. “I have to keep well, doctor, I have three sons to look after.” Her sons are in their twenties, but, in keeping with Greek tradition, they will live with her until they marry or move away, either prospect looming more difficult in these tight times.

My next patient also looks after a son; she has been doing that for the whole of his thirty-seven years. It is not exactly a healthy relationship. Reading the closely typed history she has brought with her reveals a lot about her mental health and that of her son. The boy had been a weakling in his tender age, with various visits to doctors and hospitals for real enough childhood illnesses, some of them serious. There is a mention of paternal violence, and an eventual divorce. One cannot tell when the mental illness became manifest in the mother, but it is obvious that the boy never had a chance to mature or even to veer out of the mother’s orbit. She does everything obsessively for him; she insists that she lives only for him, and I have no doubt about that. The boy, though intellectually bright, is mentally a mirror image of his mother. I do not know whether heredity has some role here, or if his behavior is simply the product of role modeling. I suspect he has no other regular contact with the rest of the world apart from his mother. What a life! A symbiosis of the most difficult kind. Fortunately his current respiratory problem is only trivial, and they both agree to my suggestion for psychiatric consultation and help. I think I know the right person to help them. I hope he will be able to do something.

The two appointments have dragged on, and it is almost time to close shop. This involves an established routine, and I go through the necessary motions: update patient records, balance the books, switch off lights, computer and air conditioning, lock the doors. As I go down the stairs I have that well-known and trusted feeling that I have left something behind: my bag feels lighter than usual, and, sure enough, when I retrace my steps, my old fashioned iPad-sized appointment diary still lies on my desk. I shove it in the bag, and lock the door again. End of the working day.

I decide to walk a couple of bus stops. It is already half past nine, and the heat is off for the day. The atmosphere is still sultry, so I take a leisurely stroll rather than a brisk march; still, it is a welcome change after three hours in the office armchair. There are no shoppers in the streets now, but sidewalk cafés are filled with young customers slowly enjoying a cup of coffee or a beer—exchanging pleasantries or brooding about their future or paying the modern equivalent of court to their loved ones over seemingly endless hours.

Walking provides an opportunity for reflection, and I mentally backtrack over the events of the evening. From a purely business viewpoint today’s balance sheet would appear as a failure: too much time for too little actual work (or gain). The two patient cases presented no real mental challenges regarding diagnosis or management: the clinical Sherlock Holmes would discard them as elementary, however much Dr. Watson might enjoy their human aspects. Should I feel disappointed? Seen from a different angle every single encounter of the day provides a cause for gratitude. I am alive and well. I have a job and a home to go to, while many people around me have neither. I do not have scleroderma or serious mental illness or any of the scores of diseases that might befall a person of my age. I have not lost a close relative, though some of my patients have departed under difficult and emotionally charged circumstances. I do not have to beg for my next meal. Unexpectedly I recall Pollyanna, a favorite read from my younger years: perhaps her “glad game” ought to be taught in schools, as a survival guide and a rule of life for all ages.

By the time I reach the bus stop a light breeze is on, making the air easier to breathe, almost pleasant. Thank God, here comes a number 2 bus—it will take me home a few minutes faster than the 31, which follows a more tortuous route. Another small blessing for the count.

 Μια περιήγηση στην κρίση με οδηγό τον Προφήτη Δαβίδ

Δημοσιεύθηκε στο Αντίφωνο 20/5/2012

Η κρίση είναι μια έννοια επίκαιρη. Την ακούμε κατά κόρον τα τελευταία χρόνια, και την ερμηνεύουμε ως εθνική καταστροφή, τραγωδία, υποδούλωση ή ό,τι άλλο πιο δραματικό, με τη βοήθεια και των ΜΜΕ που παίζουν τον δικό τους ρόλο στην όλη υπόθεση. Αυτή η κρίση θα μας απασχολήσει κι εδώ, με μια κάπως διαφορετική θεώρηση.

Ας αρχίσουμε με τη σημασία της λέξης. Πώς ορίζουν την κρίση τα λεξικά; Βέβαια ‘κρίση’ στην ελληνική γλώσσα σημαίνει και άλλα πράγματα (π.χ. νοητική κριτική ικανότητα, απόφαση δικαστηρίου ή επιτροπής κτλ). Η ‘κρίση’ όμως που μας ενδιαφέρει στην παρούσα συζήτηση ορίζεται ως εξής:

  • Διατάραξη της ομαλής πορείας, κακή λειτουργία (Μπαμπινιώτης)
  • Κορύφωση μιας δύσκολης εξελικτικής πορείας με επιδείνωση όλων των αρνητικών φαινομένων, από το ξεπέρασμα της οποίας εξαρτάται η επιστροφή στη φυσιολογική κατάσταση (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής ΑΠΘ).

Μια τέτοια κρίση μπορεί να είναι ατομική, συλλογική, εθνική ή και παγκόσμια, όπως διαπιστώνουμε στην εποχή μας. Τα χαρακτηριστικά και οι ιδιότητές της μπορεί να διαφέρουν κατά περίπτωση, αλλά υπάρχει μια βασική ‘ανατομία’ της κρίσης, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Στη σκέψη των περισσοτέρων η σημερινή κρίση έχει οικονομικές διαστάσεις, κυρίως διότι αυτές είναι που προβάλλονται από τα Μέσα (τόσα χρωστάμε, τόσα θα χάσουμε, επί τόσα χρόνια θα πληρώνουμε, κ.ο.κ.) και αυτές έχουν ένα άμεσο και μετρήσιμο αντίκρισμα στην καθημερινή μας ζωή. Αυτό που συνειδητοποιούμε όλο και περισσότερο είναι ότι η κρίση αποκαλύπτει την ανθρώπινη αφροσύνη, ατομική, συλλογική, εθνική, παγκόσμια. Κι έτσι, ανάλογα με την οπτική γωνία, μπορεί κανείς να δει την κρίση σε διάφορα επίπεδα:

  • Σαν μια επιχείρηση κερδοσκοπίας σε επίπεδο αγορών και δανειστών, με θύματα ολόκληρες χώρες
  • Σαν ένα στρατηγικό παιχνίδι κυριαρχίας μεταξύ χωρών, ηπείρων και νομισμάτων
  • Σαν μια σειρά από δημόσιες ευθύνες ή ολιγωρίες ή λανθασμένους χειρισμούς μιας ή περισσοτέρων διαδοχικών κυβερνήσεων μιας χώρας
  • Σαν κορύφωση ενός αθροίσματος κακών προσωπικών και κοινωνικών συνηθειών που διαμορφώθηκαν στη χώρα μας μέσα σε ένα στρεβλό καθεστώς δεκαετιών.

Η ύπαρξη ευθυνών σε ένα ή πολλά άλλα επίπεδα σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει την δική μας υποχρέωση ή ευθύνη, μικρότερη ή μεγαλύτερη, στον χώρο που βρισκόμαστε ο καθένας μας. Έτσι π.χ., η αίσθηση της κοινωνικής αδικίας ή της παγκόσμιας εκμετάλλευσης δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την όποια προσωπική μου ανομία. Άλλο τώρα ότι τα κραυγαλέα αρνητικά παραδείγματα, ιδίως των μεγαλυτέρων και ισχυροτέρων, μολύνουν την γενική ατμόσφαιρα, ιδίως όταν περνούν ατιμώρητα. Πού θα βρούμε λοιπόν ‘αντισώματα’ που θα μας προστατεύσουν από τον λοιμό; Χρειαζόμαστε κάποιο ανώτερο κριτήριο και σημείο αναφοράς.

 

Είπαμε ότι η σημερινή κρίση προβάλλεται κυρίως ως οικονομική έννοια. Ωστόσο, κάθε τόσο ακούμε ή διαβάζουμε τη γνώμη κάποιου ότι έχει και διαστάσεις εθνικές, πολιτισμικές, κοινωνικές, πνευματικές… Και η συζήτηση συνήθως σταματάει εκεί. Ακόμη και οι λεγόμενοι άνθρωποι του πνεύματος φαίνεται να διστάζουν να βάλουν ‘δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων’ και να πουν ξεκάθαρα τι εννοούν ως ‘πνευματική κρίση’ ή ‘κρίση αξιών’. Εξάλλου, υπάρχει και η μοντέρνα πρακτική της ‘πολιτικής ορθότητος’, δηλ. να μη λέμε πράγματα που ίσως να θίγουν κάποιους άλλους, όσο στραβές, λανθασμένες ή και τελείως παράνομες ή ανήθικες είναι οι απόψεις και τακτικές τους—μια εκδήλωση υποκρισίας και συσχηματισμού με όσα συμβαίνουν γύρω μας. Τι συμβαίνει λοιπόν; Υπάρχει πνευματική διάσταση στη σημερινή κρίση; Και τι θα είχε να μας πει ο Προφήτης και Βασιλιάς Δαβίδ, που έζησε πάνω από 3000 χρόνια πριν, για ένα τόσο σύγχρονο και καυτό θέμα;

Οφείλω μια εξήγηση. Δεν είμαι βιβλικός θεολόγος ούτε ειδικός ερμηνευτής. Επειδή έμαθα να ψάλλω από μικρή ηλικία, είχα την ευκαιρία να διαβάσω πολλές φορές τους ‘Ψαλμούς’ στα πλαίσια των εκκλησιαστικών ακολουθιών. Στο κείμενό τους συναντούμε ορισμένες φράσεις που είναι τόσο επίκαιρες και ταιριαστές με την τρέχουσα πραγματικότητα που να δικαιούνται τον τίτλο του ‘διαχρονικού’. Θα τολμούσα να πω, χωρίς υπερβολή, ότι ο Δαβίδ τα έχει πει όλα στους Ψαλμούς του. Μια συστηματική ανάγνωση θα μας πείσει. Και επειδή οι Ψαλμοί χρησίμευσαν ως πηγή έμπνευσης και διδασκαλίας σε όλους τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, θα επεκτείνουμε τη σταχυολόγηση και σε κάποια άλλα κείμενα.

Η σημερινή κρίση περιγράφεται με οικονομικούς όρους (πτώχευση, χρεοκοπία κτλ). Στην εποχή του Δαβίδ οι ‘κρίσεις’ που αντιμετώπιζε ο λαός και ο βασιλιάς του ήταν κυρίως καταστροφικές επιδρομές εχθρών, λεηλασίες, αιχμαλωσίες και τυραννία από λαούς ειδωλολατρικούς, αλλά και συνωμοσίες και δολοφονικές επιβουλές κατά της ζωής του. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο: τα χαρακτηριστικά των κρίσεων είναι παρόμοια, αποτελούν απειλές κατά της ζωής και της υπόστασης είτε του ιδίου ως προσώπου (π.χ. όταν καταδιώκεται από τον Σαούλ) είτε του λαού του. Βέβαια οι Ψαλμοί, όπως και ολόκληρη η Παλαιά Διαθήκη, αναφέρονται στον ισραηλιτικό λαό. Ας μη ξεχνούμε όμως την βασική αλήθεια ότι ο Ισραήλ και η ιστορία του αποτελούν ‘τύπον του μέλλοντος’, δηλ. είναι ένα διδακτικό υπόδειγμα της ιστορίας του λαού του Θεού, που στην προ Χριστού εποχή είχε στενή εθνική έννοια, ενώ μετά Χριστόν έχει ευρύτερη, παγκόσμια διάσταση. Με το πνεύμα αυτό διαβάζουμε, ερμηνεύουμε και κατανοούμε την Παλαιά Διαθήκη στον χώρο της Ορθόδοξης Χριστιανικής εκκλησίας.

 

Σχηματικά, μπορούμε να δούμε διάφορα στάδια της κρίσης: αίτια, συνέπειες και αποτελέσματα, διαπιστώσεις, προτάσεις για λύση.

Από τον 1ο ήδη Ψαλμό ο Δαβίδ προβάλλει μια βασική αρχή: «Μακάριος ανήρ ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών, και εν οδώ αμαρτωλών ουκ έστη, και επί καθέδρα λοιμών ουκ εκάθισεν. Αλλ’ ή εν τω νόμω Κυρίου το θέλημα αυτού, και εν τω νόμω αυτού μελετήσει ημέρας και νυκτός» [= ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν βάδισε κατά το θέλημα των ασεβών, και δεν ακολούθησε τον δρόμο των αμαρτωλών, και δεν κάθισε μαζί με διεφθαρμένους ανθρώπους. Αλλά το θέλημά του είναι ο νόμος του Κυρίου, κι αυτόν το νόμο μελετά μέρα και νύχτα].

 

Ας ξεκινήσουμε από τα αίτια. Για τον ψαλμωδό, όπως και για τους άλλους συγγραφείς της Π. Διαθήκης, ένα και βασικό είναι το αίτιο: η αποστασία από τον Θεό. Η ‘κρίση’ είναι κατά βάθος πνευματική, αποτέλεσμα της απομάκρυνσης από τον ‘Θεόν τον ποιήσαντα’ [βλ. και Ψ. 80]. Όπως λέει η Ωδή του προφήτου Μωυσέως: «Θεόν τον γεννήσαντά σε εγκατέλιπες, και επελάθου Θεού του τρέφοντός σε» [= εγκατέλειψες τον Θεό που σε γέννησε, και λησμόνησες τον Θεό που σε τρέφει] [Ωδή Μωυσέως, Δευτ. λβ΄ 1-43]. Νωρίτερα στο ίδιο βιβλίο [Δευτ. κεφ. δ΄] ο Μωυσής υπενθυμίζει στο λαό του Ισραήλ ποια είναι η διαφορά του από τα άλλα έθνη: άκουσαν οι ίδιοι τον Θεό και έλαβαν τον νόμο που Εκείνος τους έδωσε. Εφόσον τον τηρήσουν, θα μακροημερεύσουν, ενώ αν τον παραβούν, θα καταστραφούν όπως και οι ειδωλολατρικοί λαοί γύρω τους.

Για τον Ισραήλ ο Θεός δεν είναι κάτι απόμακρο. Είναι ‘ο Θεός των πατέρων ημών’, αυτός για τον οποίο τόσα θαυμαστά τους διηγήθηκαν οι πατέρες τους, και πάλι όχι ως θρύλους από κάπου αλλού, αλλά ως άμεση εμπειρία στη ζωή τους ως έθνους: «Όσα ηκούσαμεν και έγνωμεν αυτά, και οι πατέρες ημών διηγήσαντο ημίν» [= όσα ακούσαμε και μάθαμε, και μας τα διηγήθηκαν οι πατέρες μας] [Ψ. 77]. Στον μακρό αυτό ψαλμό απαριθμούνται όλα τα υπερφυσικά σημεία που έγιναν για χάρη του λαού στην Αίγυπτο και κατά την ιστορική Έξοδο από αυτήν.

Γιατί αποστατεί ο άνθρωπος από τον Θεό; Όσο ζούμε στην ευημερία και την αφθονία, έχουμε την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας και της αφθαρσίας. Δεν νιώθουμε την ανάγκη να ελπίσουμε ή να πιστέψουμε σε κάποιον Άλλο: «Έφαγεν Ιακώβ και ενεπλήσθη, και απελάκτισεν ο ηγαπημένος, ελιπάνθη, επαχύνθη, επλατύνθη, και εγκατέλιπε Θεόν τον ποιήσαντα αυτόν, και απέστη από Θεού σωτήρος αυτού» [= έφαγε ο Ιακώβ και χόρτασε, κι άρχισε να κλωτσάει ο αγαπημένος, πάχυνε, χόντρυνε, έγινε θρεφτάρι, και εγκατέλειψε τον Θεό που τον έπλασε, και απομακρύνθηκε από τον Θεό τον σωτήρα του] [Ωδή Μωυσέως, Δευτ. λβ΄ 1-43]. Με άλλα λόγια, η ψευδαίσθηση της αφθονίας οδηγεί σ’ αυτό που ο Δαβίδ ονομάζει αφροσύνη: ‘Είπεν άφρων εν καρδία αυτού: ουκ έστι Θεός’ [Ψ. 13], κάτι που μπορεί να μη λέμε με λόγια, αλλά να δείχνουμε με τη συμπεριφορά και τα έργα μας. Γι’ αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος, σχολιάζοντας το Δευτερονόμιο, γράφει ότι ο Θεός προβάλλει στους Ισραηλίτες την απειλή της τιμωρίας ως αντίβαρο για την αδιαφορία που θα έδειχναν λόγω της ‘ευπραγίας’ [= καλοπέρασης] που θα είχαν στη γη Χαναάν.

Η ευημερία δημιουργεί ανέσεις, που δεν έχουν καμία σχέση με την ταλαιπωρία που υπέστη ο παλαιός Ισραήλ στην έρημο επί 40 χρόνια, ή πριν από την Έξοδο επί 400 χρόνια στην Αίγυπτο, υπό συνθήκες δουλείας και καταδυνάστευσης (μπορούμε εύκολα να κάνουμε τον παραλληλισμό με την δική μας τουρκοκρατία, ή ακόμη πιο πρόσφατα με τη Γερμανική κατοχή). Οι ανέσεις είναι το ‘δόλωμα’ που ρίχνει ο διάβολος κάνοντας τον άνθρωπο να χαλαρώνει πνευματικά και ηθικά, και να μη ‘βασανίζεται’ με τη σκέψη ότι υπάρχει Θεός που έχει ‘απαιτήσεις’ πίστης και λατρείας, ορθής συμπεριφοράς και ενάρετης ζωής. Το ‘Να περνάμε καλά’ γίνεται σύνθημα και τρόπος ζωής, έστω κι αν δικαιολογεί και περιλαμβάνει κάθε είδους εκτροπή και αμαρτία. Ο Δαβίδ το επισημαίνει κι αυτό: «Ει εθεώρεις κλέπτην συνέτρεχες αυτώ, και μετά μοιχού την μερίδα σου ετίθεις» [= ‘Αν έβλεπες κλέφτη, έτρεχες κι εσύ μαζί του, κι έπαιρνες μέρος στη ζωή του μοιχού’] [Ψ. 49]

Μια ακόμη συνέπεια της αυτάρκειας είναι η αχαριστία και αγνωμοσύνη. ‘Φυσική’ θα τη λέγαμε. Από τη στιγμή που πιστεύουμε μόνο στις δικές μας δυνάμεις, δεν βλέπουμε κανένα λόγο να ευχαριστήσουμε κάποιον Άλλο για το ότι έχουμε στέγη και τροφή, έχουμε πλούτο, έχουμε ‘διατροφάς και σκεπάσματα’, έχουμε υλικά αγαθά. Οι Πατέρες αποδίδουν μεγάλη αξία στην γεωργική εργασία, που έχει άμεσο αντίκρισμα στη ζωή του ανθρώπου, καθώς τα προϊόντα της μας τρέφουν και μας συντηρούν. Γιατί άραγε; Ο αγρότης περιβάλλεται από τον φυσικό κόσμο, έχει άμεση κοινωνία με τη φύση, και όταν έχει υγιή πνευματικά μάτια ‘διαβάζει’ το βιβλίο της και βλέπει μέσα από την κτίση τον Κτίσαντα. Σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία υπάρχουν δεήσεις για τους ‘ειρηνικούς καιρούς’ και την ‘ευκρασία των αέρων’ που χρειάζονται για να αποδώσει η γη τους καρπούς του μόχθου των ανθρώπων που την δουλεύουν και περιμένουν να ζήσουν από αυτήν. Όταν όμως ο άνθρωπος περιβάλλεται από τσιμέντο και σιδηροκατασκευές, χάνει ακόμη και την οπτική επαφή με τη φύση, βλέπει παντού μόνο έργα των δικών του χειρών, και όχι του Θεού. Πώς λοιπόν να ευχαριστήσει αυτόν που δεν βλέπει; Ένας πνευματικός έλεγε πριν πολλά χρόνια ερμηνεύοντας τον ψαλμικό στίχο «Σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός» [= ‘ελευθερωθείτε από τους περισπασμούς και μάθετε ότι εγώ είμαι ο Θεός’] [Ψ. 45]: πάρτε απόσταση από τα δικά σας έργα και τότε θα συνειδητοποιήσετε ότι άλλος είναι ο Δημιουργός. Όπως αλλού γράφει ο Ψαλμωδός, «Μάθετε ότι Κύριος ο Θεός ημών, αυτός εποίησεν ημάς και ουχ ημείς» [= ‘μάθετε ότι ο Κύριος είναι ο Θεός μας, αυτός μας έπλασε και όχι εμείς’ [Ψ. 99].

Ποιες είναι οι συνέπειες της αποστασίας; Κάποια στιγμή ο άνθρωπος (και ολόκληρος ο λαός) μένει μόνος, και αυτοί που τους νόμιζε για φίλους του βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποί του, ή δείχνουν το αληθινό υστερόβουλο πρόσωπό τους, επιδιώκοντας φανερά την υποταγή ή την καταστροφή του, κάτι που ο Ψαλμωδός περιγράφει σε πολλά σημεία και με ποικίλους τρόπους:

  • «Εγενήθημεν όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών» [= Γίναμε ρεζίλι στους γείτονές μας, περίγελως και κοροϊδία στους γύρω μας] [Ψ. 78]
  • «Έθου θλίψεις επί τον νώτον ημών, επεβίβασας ανθρώπους επί τα κεφαλάς ημών» [= Φόρτωσες στη ράχη μας θλίψεις, έβαλες άλλους ανθρώπους πάνω στα κεφάλια μας] [Ψ. 65].
  • «Οι εχθροί μου είπον κακά μοι: πότε αποθανείται, και απολείται το όνομα αυτού;» [= Οι εχθροί μου είπαν κακά για μένα: Πότε θα πεθάνει και θα χαθεί το όνομά του;] [Ψ. 40].
  • «Τον λαόν σου εταπείνωσαν και την κληρονομίαν σου εκάκωσαν» [= ταπείνωσαν τον λαό σου, και κακοποίησαν την κληρονομία σου] [Ψ. 93].
  • «Εξερευνησάτω δανειστής τα υπάρχοντα αυτού, και διαρπασάτωσαν αλλότριοι τους πόνους αυτού» [= θα ελέγξει αναλυτικά ο δανειστής τα υπάρχοντά του, και ξένοι θα αρπάξουν τους κόπους του] [Ψ. 108]. Μας θυμίζει κάτι αυτό;

Ας σημειώσουμε βέβαια ότι ο Θεός μπορεί να χρησιμοποιεί την εχθρική συμπεριφορά των άλλων για την παιδαγωγία μας, για να μας δώσει αφορμές για συνετισμό. Χρειάζεται όμως η ανάλογη ευαισθησία εκ μέρους μας για να το αντιληφθούμε. Χαρακτηριστικό βιβλικό παράδειγμα αποτελεί ο βασιλιάς της Νινευή που, ακούγοντας το κήρυγμα του Προφήτη Ιωνά, κήρυξε γενική νηστεία και μετάνοια, με αποτέλεσμα ο Θεός να ‘μετανοήσει’ και να ακυρώσει την καταστροφή που είχε εξαγγείλει για την πόλη.

 

Η αντίδραση του Θεού και η επίγνωση του ανθρώπου:

Μέσα στην κρίση η ψευδαίσθηση της αυτάρκειας γίνεται θρύψαλα. Ο Δαβίδ διαπιστώνει την αλήθεια αυτή και ομολογεί: «Ο Θεός απώσω ημάς και καθείλες ημάς… έδειξας τω λαώ σου σκληρά, επότισας ημάς οίνον κατανύξεως» [= Θεέ, μας απώθησες και μας σώριασες κάτω… έδειξες σκληρές δοκιμασίες στον λαό σου, μας πότισες κρασί πικρό] [Ψ. 59].

Σ’ ένα άλλο δραματικό βιβλικό κείμενο ο Προφήτης Μωυσής παριστάνει ανθρωπομορφικά τον Θεό που βλέπει τον εκλεκτό λαό να παραδέρνει, και μονολογεί με πικρία: «Είδε γαρ αυτούς παραλελυμένους και εκλελοιπότας εν επαγωγή και παρειμένους, και είπε Κύριος: πού εισίν οι θεοί αυτών, εφ’ ων επεποίθησαν επ’ αυτοίς;… αναστήτωσαν και βοηθησάτωσαν υμίν, και γενηθήτωσαν υμών σκεπασταί» [= τους είδε παραλυμένους και εξαντλημένους από τις συμφορές και εξασθενημένους, και είπε ο Κύριος: πού είναι οι θεοί τους στους οποίους πίστεψαν;… ας σηκωθούν κι ας σας βοηθήσουν, κι ας γίνουν εκείνοι φύλακές σας] [Ωδή Μωυσέως, Δευτ. λβ΄ 1-43].

Και αλλού, στην ίδια ωδή, διαπιστώνει: «Έθνος απολωλεκός βουλήν εστι, και ουκ έστιν εν αυτοίς επιστήμη, ουκ εφρόνησαν συνιέναι» [= είναι λαός ανόητος και η σοφία ολότελα τους λείπει, και δεν έχουν φρόνηση για να καταλάβουν] [Ωδή Μωυσέως].

Η γενικευμένη ατμόσφαιρα της ανομίας και η εχθρική καταπίεση δημιουργεί την αίσθηση της καθολικής απογοήτευσης και απόγνωσης από όλα τα κοσμικά και ανθρώπινα. Αυτήν εκφράζει ο Δαβίδ σε πολλούς στίχους του, καθώς φθάνει να απογοητευθεί από κάθε ανθρώπινη ελπίδα, και να πιστεύσει ότι μόνο ο Θεός μπορεί να τον σώσει στη δύσκολη περίσταση που περνάει: «Σώσον με Κύριε ότι εκλέλοιπεν όσιος, ότι ωλιγώθησαν αι αλήθεια από των υιών των ανθρώπων. Μάταια ελάλησεν έκαστος προς τον πλησίον αυτού. Χείλη δόλια εν καρδία, και εν καρδία ελάλησε κακά»     [= Σώσε με, Θεέ μου, διότι εξαφανίσθηκαν οι ενάρετοι άνθρωποι, διότι λιγόστεψαν οι αληθινές κουβέντες ανάμεσα στους πολλούς ανθρώπους. Μάταια μιλάει καθένας προς τον πλησίον του, με δόλια χείλη και με κακία στην καρδιά] [Ψ. 11].

Ψ. 13: «Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ έστι ποιών χρηστότητα, ουκ έστιν έως ενός» [= Όλοι ξεστράτισαν, όλοι εξαχρειώθηκαν, δεν υπάρχει ούτε ένας που να διαπράττει το αγαθό].

Ψ. 4: «Υιοί ανθρώπων, έως πότε βαρυκάρδιοι; Ινατί αγαπάτε ματαιότητα και ζητείτε ψεύδος;» [= Υιοί των ανθρώπων, ως πότε θα είστε σκληρόκαρδοι; γιατί αγαπάτε την ματαιότητα και ζητείτε το ψεύδος;].

Ψ. 145: «Μη πεποίθατε επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οις ουκ έστι σωτηρία» [= μην έχετε πεποίθηση σε άρχοντες, σε υιούς ανθρώπων, στους οποίους δεν υπάρχει σωτηρία], δηλ. με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν ανθρώπινες λύσεις.

Εξάλλου, ένα από τα στοιχεία της κρίσης είναι το έλλειμμα ηγεσίας, κρατικής και πνευματικής, που θα οδηγήσει τον λαό προς την έξοδο: «Ουκ έστιν εν τω καιρώ τούτω άρχων, ουδέ προφήτης, ουδέ ηγούμενος» [= δεν υπάρχει στον καιρό μας άρχοντας, ούτε προφήτης, ούτε ηγέτης] [Ωδή ζ’]. Η έλλειψη αυτή επιδεινώνει την κατάσταση, και δεν αφήνει να φαίνεται φως στον ορίζοντα.

Μέσα στη γενική ατμόσφαιρα της ανομίας και της απογοήτευσης, ο Δαβίδ ελπίζει και πιστεύει ότι αυτή η κατάσταση δεν θα κρατήσει για πολύ. Με την ελπίδα αυτή απευθύνει προς τον Θεό ένα ερώτημα (που το συναντούμε με παρόμοια μορφή και στο βιβλίο της Αποκάλυψης): «Έως πότε αμαρτωλοί, Κύριε, καυχήσονται, φθέγξονται και λαλήσουσιν αδικίαν, λαλήσουσι πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν;» [= μέχρι πότε, Κύριε, θα καυχώνται οι αμαρτωλοί, θα ανοίγουν το στόμα τους και θα διδάσκουν την αδικία, θα μιλούν όσοι διαπράττουν την ανομία;] [Ψ. 93].

Συνήθως ως άνθρωποι ζούμε μέσα σε μια ψεύτικη, εικονική πραγματικότητα: «Εν εικόνι διαπορεύεται άνθρωπος, πλην μάτην ταράττεται, θησαυρίζει και ου γινώσκει τίνι συνάξει αυτά» [= σαν μια εικόνα περνάει ο άνθρωπος, αλλά μάταια ταράζεται, θησαυρίζει, και δεν ξέρει για ποιον τα μαζεύει όλα αυτά] [Ψ. 38]. Είμαστε κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο που περιβάλλεται από βαριές κουρτίνες, και η μόνη πραγματικότητα που γνωρίζουμε είναι εκείνη του κλειστού δωματίου, που την έχουμε διαμορφώσει όπως θέλουμε εμείς. Η κρίση είναι το τράβηγμα της κουρτίνας, που μας δείχνει πώς είναι τα πράγματα έξω από το δωμάτιο, και που φανερώνει πόσο ψεύτικες ήταν οι πεποιθήσεις που είχαμε όσο ζούσαμε ανέμελοι μέσα σ’ αυτό.

Η απομάκρυνση από τον Θεό δεν είναι χωρίς συνέπειες: «Ει επελαθόμεθα του Θεού ημών και ει διεπετάσαμεν χείρας ημών προς Θεόν αλλότριον, ουχί ο Θεός εκζητήσει ταύτα;» [= αν λησμονήσαμε το όνομα του Θεού μας και απλώσαμε τα χέρια μας προς ξένο θεό, δεν θα μας ζητήσει ο Θεός το λόγο;] [Ψ. 43]. Η ερώτηση αυτή μας θυμίζει τον Άσωτο γιο της παραβολής: ‘Εις εαυτόν δε ελθών…’. Η απόγνωση μπορεί να οδηγήσει σε επίγνωση, σε συνειδητοποίηση της κατάστασής μας, και αυτό είναι το πρώτο βήμα για μετάνοια και αλλαγή πορείας: «Αμαρτίας νεότητός μου και αγνοίας μου μη μνησθής» [Ψ. 24].

Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια; «Εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες. Εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων» [= αν δεν χτίσει ένα σπίτι ο Κύριος, μάταια κοπιάζουν οι οικοδόμοι. Αν δεν φυλάξει μια πόλη ο Κύριος, μάταια αγρυπνάει ο φύλακας] [Ψ. 126]

Και αλλού: «Δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού, ως φοβερός εν βουλαίς υπέρ τους υιούς των ανθρώπων» [= ελάτε να δείτε τα έργα του Θεού, που η βούλησή του είναι φοβερή και ανώτερη από τους ανθρώπους] [Ψ. 65].

Και ποιος είναι ο Θεός μας; Αυτός που επικαλούμαστε σε ώρα κινδύνου, σε ώρα κρίσης. «Επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεως, και εξελούμαι σε, και δοξάσεις με» [= φώναξέ με σε καιρό θλίψεως, και θα σε γλιτώσω, και θα με δοξάσεις] [Ψ. 49].

Προσοχή όμως: ακόμη και όταν θυμόμαστε τον Θεό, η συμπεριφορά μας μπορεί να είναι ψεύτικη και υποκριτική. Τι λέει ο Ψαλμωδός; «Όταν απέκτεινεν αυτούς, τότε εξεζήτουν αυτόν, και επέστρεφον και ώρθριζον προς τον Θεόν. Και εμνήσθησαν ότι ο Θεός βοηθός αυτών εστι και ο Θεός ο Ύψιστος λυτρωτής αυτών εστι. Και ηγάπησαν αυτόν εν τω στόματι αυτών, και τη γλώσση αυτών εψεύσαντο αυτώ. Η δε καρδία αυτών ουκ ευθεία μετ’ αυτού, ουδέ επιστώθησαν εν τη διαθήκη αυτού» [= όταν τους θανάτωνε ο Θεός, τότε τον αναζητούσαν και επέστρεφαν και σηκώνονταν από τα χαράματα και προσεύχονταν στο Θεό. Και θυμήθηκαν ότι ο Θεός είναι βοηθός τους και ο Ύψιστος λυτρωτής τους. Και τον αγάπησαν με το στόμα τους, και με τη γλώσσα τους έλεγαν ψέματα σ’ αυτόν, ενώ η καρδιά τους δεν ήταν ειλικρινής και ευθεία μαζί του, και δεν εκπλήρωναν με πίστη τις συμφωνίες που είχαν μαζί του] [Ψ. 77].

Η εικονική πραγματικότητα και οι συνέπειές της δεν θα κρατήσουν για πάντα. Όπως λέει και πάλι ένας πνευματικός, η ωραιότερη στιγμή της πίστης είναι όταν χάνονται όλες οι ανθρώπινες παρηγοριές. Έτσι, ο άνθρωπος κάτω από την πίεση της κρίσης επιστρέφει προς τον Θεό και φωνάζει: «Επίστρεψον ημάς, ο Θεός των σωτηρίων ημών, και απόστρεψον τον θυμόν σου αφ’ ημών» [= γύρισέ μας πίσω, Θεέ σωτήρα μας, και απομάκρυνε από μάς τον θυμό σου] [Ψ. 84].

Ο Δαβίδ πιστεύει ακλόνητα ότι η αλήθεια θα αποκαλυφθεί εκεί που γκρεμίζονται τα ανθρώπινα υποκατάστατα: «Ο κατοικών εν ουρανοίς εκγελάσεται αυτούς, και ο Κύριος εκμυκτηριεί αυτούς» [= αυτός που κατοικεί στους ουρανούς θα τους περιγελάσει, και ο Κύριος θα τους χλευάσει] [Ψ. 2], ενώ ο Κύριος δεν θα αφήσει να χαθούν όσοι ταλαιπωρούνται: «Υποστηρίζει Κύριος πάντας τους καταπίπτοντας, και ανορθοί πάντας τους κατερραγμένους» [= υποστηρίζει ο Κύριος όλους όσοι πέφτουν, και ανορθώνει όλους τους καταγκρεμισμένους’] [Ψ. 144]

Και αλλού: «Ιδού οι οφθαλμοί Κυρίου επί τους φοβουμένους αυτόν, τους ελπίζοντας επί το έλεος αυτού, ρύσασθαι εκ θανάτου τας ψυχάς αυτών και διαθρέψει αυτούς εν λιμώ» [= να, τα μάτια του Κυρίου βλέπουν αυτούς που τον φοβούνται, που ελπίζουν στο έλεός του, ότι αυτός θα σώσει τις ψυχές τους από τον θάνατο και θα τους θρέψει στον καιρό της πείνας] [Ψ. 32].

«Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και αυτός σε διαθρέψει» [= ρίξε την έγνοια σου στον Κύριο, κι αυτός θα σε θρέψει] [Ψ. 54]

«Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού» [= οι πλούσιοι πτώχευσαν και πείνασαν, ενώ αυτοί που επιζητούν τον Κύριο δεν θα στερηθούν κανένα αγαθό] [Ψ. 33].

Και καταλήγει στο συμπέρασμα: «Αγαθόν πεποιθέναι επί Κύριον ή πεποιθέναι επ’ άνθρωπον. Αγαθόν ελπίζειν επί Κύριον ή ελπίζειν επ’ άρχουσι» [= είναι καλύτερα να έχει κανείς εμπιστοσύνη στον Κύριο παρά σε άνθρωπο. Είναι καλύτερα να ελπίζει στον Κύριο παρά να ελπίζει σε άρχοντες] [Ψ. 117].

«Εγώ εκοιμήθην και ύπνωσα, εξηγέρθην ότι Κύριος αντιλήψεταί μου… Του Κυρίου η σωτηρία και επί τον λαόν σου η ευλογία σου» [= εγώ κοιμήθηκα κι έπεσα σε ύπνο βαθύ, και σηκώθηκα με την ελπίδα ότι ο Κύριος θα με προστατεύσει… Από τον Κύριο θα έλθει η σωτηρία, και στον λαό σου θα έλθει η ευλογία σου] [Ψ. 3]

«Εγένετο Κύριος καταφυγή τω πένητι, βοηθός εν ευκαιρίαις, εν θλίψεσι» [= ο Κύριος έγινε καταφύγιο του φτωχού, βοηθός σε περιστάσεις και θλίψεις] [Ψ. 9]

«Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου δια παντός, ότι εκ δεξιών μού εστιν, ίνα μη σαλευθώ» [= έβλεπα τον Κύριο πάντα μπροστά μου, να στέκεται στα δεξιά μου, ώστε να μη κλονισθώ] [Ψ. 15].

Ο Δαβίδ έχει την πεποίθηση ότι η τελική νικηφόρα έκβαση θα έρθει από τον Θεό, και θα είναι προς όφελος του λαού που θα πιστέψει σ’ Αυτόν:

«Εν τω Θεώ ποιήσομεν δύναμιν, και αυτός εξουδενώσει τους θλίβοντας ημάς» [= με τον Θεό θα φανούμε δυνατοί, και αυτός θα εκμηδενίσει όσους μας θλίβουν] [Ψ. 59]

Κι αν κάποιοι άνθρωποι ή έθνη ολόκληρα μας αδίκησαν, «αποδώσει αυτοίς Κύριος την ανομίαν αυτών, και κατά την πονηρίαν αυτών αφανιεί αυτούς Κύριος ο Θεός» [= ο Κύριος θα τους ανταποδώσει την ανομία τους, και θα τους αφανίσει όπως ταιριάζει στην πονηρία τους] [Ψ. 93].

Μέσα στην κρίση ο άνθρωπος φθάνει να αντιληφθεί μια μεγάλη αλήθεια: ότι μέσα στον κόσμο δεν είναι αυτόφωτος, αλλά ετερόφωτος. Αυτό εκδηλώνεται με μεγαλειώδη όσο και ποιητικό τρόπο σ’ ένα θαυμάσιο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης που διαβάζεται στον Εσπερινό της Μ. Πέμπτης. Αφού τις τρεις πρώτες μέρες της Μ. Εβδομάδος ακούσαμε στις ακολουθίες για τις αλλεπάλληλες συμφορές του Ιώβ, και αφού ο Ιώβ πέρασε από την φάση της απόγνωσης και τον σχολιασμό και τις επικρίσεις των φίλων του που ήρθαν να τον παρηγορήσουν, εμφανίζεται ο ίδιος ο Θεός και απευθύνει στον καταταλαιπωρημένο άνθρωπο μια σειρά από καίρια ερωτήματα. Ας δούμε μερικά, σε απλή γλώσσα:

«Απάντησε ο Θεός στον Ιώβ μέσα από θύελλα και σύννεφα: Ποιος είναι αυτός που κρύβει στην καρδιά του το θέλημά του και νομίζει ότι θα μου διαφύγει; Αν είσαι άνδρας, ζώσε τη μέση σου: εγώ θα σε ρωτάω κι εσύ θα μου απαντάς. Πού ήσουν όταν εγώ θεμελίωνα τη γη; Πες μου αν το γνωρίζεις. Ξέρεις ποιος όρισε τα μέτρα της, ποιος τέντωσε πάνω της σχοινί για να τη μετρήσει; Πάνω σε τι κρίκους στηρίζεται; Ποιος έβαλε τον ακρογωνιαίο λίθο της; Όταν γεννήθηκαν τα άστρα, τότε με ύμνησαν μεγαλόφωνα όλοι οι άγγελοί μου. Έφραξα τη θάλασσα με πύλες όταν γεννήθηκε ορμητικά από τα μητρικά σπλάχνα της γης. Εγώ την έντυσα με σύννεφα και τη σπαργάνωσα με ομίχλη, της έβαλα όρια με κλειδαριές και πύλες. Της είπα: ‘Μέχρι εδώ θα έρχεσαι, κι όχι παραπέρα, κι εδώ θα σπάζουν τα κύματά σου.’ Μήπως στη ζωή σου πρόσταξες ποτέ τη μέρα να φανεί; Ή μήπως είπες στην αυγή πού να προβάλει; Ή μήπως εσύ έπλασες ποτέ ζώο που να μιλάει και το έβαλες πάνω στη γη; Μήπως αφαίρεσες ποτέ το φως των ασεβών ή συνέτριψες τα μπράτσα των υπερηφάνων; Μήπως ήρθες στα πέρατα της θάλασσας ή περπάτησες στα ίχνη της αβύσσου; Μήπως σου ανοίχθηκαν φοβισμένες οι πύλες του θανάτου, και οι θυρωροί του Άδη σε είδαν και τρόμαξαν; Ξέρεις, αλήθεια, ως ποιο σημείο εκτείνεται η γη; Πές μου λοιπόν, πόση είναι η έκτασή της; Πού κατοικεί το φως και ποιος είναι ο τόπος του σκοταδιού; Μπορείς τα δυο τους στου δρόμου τους το τέλος να τα πάς, και να τα φέρεις πάλι πίσω στην κατοικία τους; Μήπως ξέρεις ότι φθάνουν σε αριθμό μεγάλο οι μέρες σου;» [Ιώβ λη΄1-21]

Και η ελεγκτική αυτή υπόμνηση του Θεού συνεχίζεται επί τρία ολόκληρα κεφάλαια, με πολλά παραδείγματα από τον φυσικό κόσμο, μέχρι που ο Ιώβ σκύβει ταπεινά το κεφάλι και αναγνωρίζει το μεγαλείο του Θεού, λέγοντας: «Ξέρω ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, και τίποτε δεν σου είναι αδύνατο. Ποιος μπορεί να κρύψει από σένα το θέλημά του και να νομίζει ότι μπορεί να σου διαφύγει; Ποιος θα μου πει αυτά που δεν γνώριζα, τα μεγάλα και θαυμαστά που δεν καταλάβαινα; …Θα σε ρωτήσω, κι εσύ δίδαξέ με. Διότι πρώτα σε γνώριζα μόνο απ’ όσα είχα ακούσει, ενώ τώρα σε είδα με τα μάτια μου» [Ιώβ μβ΄2-5]

Η συνειδητοποίηση αυτή κάνει τον άνθρωπο να ξαναθυμηθεί την Πρόνοια του Θεού και να την ομολογήσει: «Ανοίξαντός σου την χείρα τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος, αποστρέψαντος δε σου το πρόσωπον ταραχθήσονται» [= μόλις ανοίξεις τα χέρια σου, τα σύμπαντα θα γεμίσουν από αγαθά, ενώ αν αποστρέψεις το πρόσωπό σου, θα ταραχθούν] [Ψ. 103]. Τα υλικά αγαθά και όλα τα μέσα για τη συντήρησή μας προέρχονται από τον Θεό, και σ’ Εκείνον μόνο μπορούμε να στραφούμε με εμπιστοσύνη.

Έχοντας δει την πραγματικότητα, ο ταλαίπωρος άνθρωπος μπορεί να ανασηκώσει το κεφάλι, να αντικρίσει τους εχθρούς του και να απαντήσει στις προκλήσεις τους: «Απόστητε απ’ εμού πάντες οι εργαζόμενοι την ανομίαν, ότι εισήκουσε Κύριος της φωνής του κλαυθμού μου. Ήκουσε Κύριος της δεήσεώς μου, Κύριος την προσευχήν μου προσεδέξατο» [= φύγετε μακριά μου όλοι όσοι διαπράττετε την ανομία, διότι άκουσε ο Κύριος το κλάμα μου, άκουσε την δέησή μου και δέχθηκε την προσευχή μου] [Ψ. 6].

Στο αποκορύφωμα της κρίσης λοιπόν ο άνθρωπος θυμάται τον Θεό, αναγνωρίζει τη δική του μικρότητα, δέεται για τη σωτηρία του, ευχαριστεί και ευγνωμονεί γι’ αυτήν:

«Εν τω επικαλείσθαι με εισήκουσάς μου, ο Θεός της δικαιοσύνης μου, εν θλίψει επλάτυνάς με» [= όταν σε επικαλέσθηκα, με άκουσες, Θεέ που φροντίζεις για το δίκαιό μου, μέσα στη θλίψη με παρηγόρησες] [Ψ. 4].

«Εκ θλίψεως επεκαλεσάμην τον Κύριον, και εγένετό μοι εις πλατυσμόν… πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με, και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς… ισχύς μου και ύμνησίς μου ο Κύριος, και εγένετό μοι εις σωτηρίαν… παιδεύων επαίδευσέ με ο Κύριος, και τω θανάτω ου παρέδωκέ με… εξομολογήσομαί σοι ότι επήκουσάς μου, και εγένου μοι εις σωτηρίαν» [= μέσα στη θλίψη επικαλέσθηκα τον Κύριο, κι έγινε για μένα ανακούφιση… με περικύκλωσαν όλα τα έθνη, και με το όνομα του Κυρίου τους απέκρουσα… δύναμή μου και ύμνος μου ο Κύριος, και έγινε σωτηρία μου… με παιδαγώγησε και με παίδεψε ο Κύριος, και δεν με παρέδωσε σε θάνατο… θα σε ευχαριστήσω και θα σε δοξάσω διότι με άκουσες και έγινες η σωτηρία μου] [Ψ. 117]

«Βοηθός και σκεπαστής εγένετό μοι εις σωτηρίαν, ούτος μου Θεός και δοξάσω αυτόν, Θεός του πατρός μου και υψώσω αυτόν» [= βοηθός και προστάτης μου έγινε και με έσωσε, αυτός είναι Θεός μου και θα τον δοξάσω, Θεός του πατρός μου και θα τον υψώσω] [Ωδή α΄, Έξοδος ιε΄1-19].

Όλα τα παραπάνω μπορούμε να τα δούμε συνοπτικά σε έναν Ψαλμό, τον 106 (υπάρχουν και άλλοι ανάλογοι, όπως ο 43). Στον Ψαλμό αυτό ο Δαβίδ ανασκοπεί με παραστατικό τρόπο την ιστορία του Ισραήλ και περιγράφει όλα τα στάδια που παρουσιάσαμε:

  • Το αίτιο: Οι ισραηλίτες «παρεπίκραναν τα λόγια του Θεού και την βουλήν του Υψίστου παρώξυναν» [= πίκραναν τον Θεό και εξώργισαν το θέλημα του Υψίστου]
  • Το αποτέλεσμα: «Εταράχθησαν, εσαλεύθησαν ως ο μεθύων, και πάσα η σοφία αυτών κατεπόθη» [= ταράχθηκαν, σάλεψαν όπως ο μεθυσμένος, και όλη η σοφία τους χάθηκε]
  • Η αντίδραση του λαού: «Εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς, και εκ των αναγκών αυτών ερρύσατο αυτούς» [= έκραξαν προς τον Κύριο όταν θλίβονταν, και τους έσωσε από τις δυσκολίες τους] [ο στίχος αυτός επαναλαμβάνεται 4 φορές]
  • Η ανταπόκριση του Θεού: «Απέστειλε τον λόγον αυτού και ιάσατο αυτούς, και ερρύσατο αυτούς εκ των διαφθορών αυτών» [= έστειλε τον λόγο του και τους γιάτρεψε, και τους έσωσε από τις καταστροφές τους]. Η περιγραφή αυτή είναι ταυτόχρονα ιστορική διαπίστωση, αλλά και μεσσιανική προφητεία.
  • Η τελική έκβαση: «Και εξήγαγεν αυτούς εκ σκότους και σκιάς θανάτου, και τους δεσμούς αυτών διέρρηξεν» [= τους έβγαλε από το σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου, και έσπασε τα δεσμά τους] [Ψ. 106].

Το ίδιο ακριβώς πνεύμα συναντούμε μερικούς αιώνες αργότερα, στην περίοδο της Βαβυλώνιας αιχμαλωσίας. Τρεις νέοι που επιμένουν να λατρεύουν ‘τον Θεόν των πατέρων’ και να μη προσκυνούν το χρυσό είδωλο του βασιλέα Ναβουχοδονόσορ ρίχνονται δεμένοι στην κάμινο του πυρός. Ο Αζαρίας εκ μέρους των τριών εκδηλώνει τα αισθήματα που τον κατέχουν στη δραματική εκείνη ώρα με μια ιδιαίτερα κατανυκτική προσευχή που καταγράφεται ως η έβδομη βιβλική ωδή [Δανιήλ κεφ. γ΄]. Η ωδή αυτή περιλαμβάνει δοξολογία προς τον Θεό, αναγνώριση της δικαιοσύνης του Θεού και της αμαρτωλής καταστάσεως του λαού του, που τον οδήγησε σε αιχμαλωσία και εξευτελισμό και υποτέλεια, παραδοχή πως ό,τι κι αν συμβεί θα είναι απολύτως σύμφωνο με την δικαία κρίση του Θεού, και τέλος μια δέηση να αποβεί η θυσία αυτή προς δόξα του Θεού: «Δίκαιος ει επί πάσιν οις εποίησας ημίν, και πάντα τα έργα σου αληθινά… Ότι ημάρτομεν και ηνομήσαμεν αποστήναι από σού… και των εντολών σου ουκ ηκούσαμεν… ουδέ εποιήσαμεν καθώς ενετείλω ημίν ίνα εύ ημίν γένηται… Και νυν εξακολουθούμεν εν όλη καρδία και φοβούμεθά σε και ζητούμεν το πρόσωπόν σου, μη καταισχύνης ημάς… Και εντραπείησαν πάντες οι ενδεικνύμενοι τοις δούλοις σου κακά, και καταισχυνθείησαν από πάσης δυναστείας, και η ισχύς αυτών συντριβείη. Και γνώτωσαν ότι συ ει Κύριος Θεός μόνος και ένδοξος εφ’ όλην την οικουμένην» [= ‘Δίκαιος είσαι σε όλα όσα μας έκανες, και όλα τα έργα σου είναι αληθινά… Διότι αμαρτήσαμε και ανομήσαμε με το να φύγουμε από κοντά σου… και δεν ακούσαμε τις εντολές σου… ούτε κάναμε όσα μας πρόσταξες ώστε να μας βγούνε σε καλό… Και τώρα εξακολουθούμε με όλη μας την καρδιά να σε φοβόμαστε και να αναζητούμε το πρόσωπό σου, μη μας αφήσεις να ντροπιαστούμε… Ας ντροπιαστούν όσοι θέλουν το κακό των δούλων σου κι ας καταισχυνθεί όλη η υπεροχή τους, και ας συντριβεί η δύναμή τους. Και ας γνωρίσουν ότι εσύ μόνος είσαι Κύριος και Θεός, και ένδοξος σε όλη την οικουμένη’.

Σε παρόμοιο τόνο είναι γραμμένα και άλλα κείμενα, σε διαφορετικές εποχές και περιστάσεις. Τέτοιο είναι η 2η βιβλική Ωδή του Μωυσέως (Δευτερονόμιο), που επειδή έχει αυστηρό και ελεγκτικό χαρακτήρα διαβάζεται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες μόνο στην πένθιμη περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Εκεί, όπως είδαμε ήδη παραπάνω, παριστάνεται να ομιλεί ο ίδιος ο Θεός προς τον λαό και να εκφράζει τη δική του άποψη για την κρίση, τις αιτίες και τις συνέπειές της. Το ίδιο κάνει και ο Προφήτης Ησαΐας στο 1ο κεφάλαιο του βιβλίου του: «Άκουε ουρανέ, και ενωτίζου γη, ότι Κύριος ελάλησεν.  Υιούς εγέννησα και ύψωσα, αυτοί δε με ηθέτησαν.  Έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αυτού, Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός μου ου συνήκεν» [=Άκουσε, ουρανέ, και πρόσεξε γη, διότι μίλησε ο Κύριος. Γέννησα γιούς και τους εξύψωσα, αλλά αυτοί δεν με υπάκουσαν. Το βόδι γνωρίζει τον αφέντη του και το γαϊδουράκι το παχνί του κυρίου του, αλλά ο Ισραήλ δεν με αναγνώρισε και ο λαός μου δεν συναισθάνθηκε].

Εκτός όμως από αυτές τις βιβλικές περιπτώσεις, αξιοσημείωτη είναι και μια πολύ μεταγενέστερη. Πρόκειται για μια εκτενή προσευχή που έγραψε ο πρώτος μετά την Άλωση Πατριάρχης Κων/πόλεως Γεννάδιος (Σχολάριος). Πιστός στο πνεύμα της βιβλικής παράδοσης, ο Πατριάρχης απαριθμεί τα ανομήματα του λαού του Θεού, που τον οδήγησαν στην αιχμαλωσία, ομολογεί την δικαιοσύνη του Θεού, εκφράζει εκ μέρους του λαού την μετάνοια για όσα έπραξε, και δέεται για την σωτηρία του λαού. Λέγεται ότι την προσευχή αυτή τη διάβαζε μετά από κάθε Θεία Λειτουργία, εις επήκοον πάντων.

 

Ας κάνουμε στο σημείο αυτό κι ένα μικρό ιστορικό σχόλιο. Θυμόμαστε ίσως από τα μαθητικά μας χρόνια ότι στα κρυφά σχολειά της Τουρκοκρατίας, τα ελληνόπουλα μάθαιναν γράμματα από το Ψαλτήρι. Αυτό γινόταν αφενός για λόγους πρακτικούς (τότε δεν κυκλοφορούσαν πολυάριθμα βιβλία, ενώ το Ψαλτήρι ήταν διαθέσιμο στις εκκλησίες, και δεν γεννούσε και υποψίες στους κατακτητές), και αφετέρου διότι, εκτός από γραφή και ανάγνωση, με το περιεχόμενό του δίδασκε και κανόνες ζωής και επιβίωσης στο σκλαβωμένο γένος των Ελλήνων.

Επιμύθιο:

Πώς πρέπει να τελειώσουμε την σύντομη αυτή περιήγηση στους Ψαλμούς με αφορμή την κρίση; Θα μπορούσαμε να μη πούμε τίποτε περισσότερο, και να αφεθούμε στο πνεύμα των κειμένων: τα διδάγματα είναι μάλλον αυτονόητα. Ωστόσο, θα ήθελα να προσθέσω δυο αισιόδοξα επεισόδια, για να κλείσουμε τον λόγο με την ελπίδα.

Το πρώτο περιγράφεται στο προτελευταίο (27ο) κεφάλαιο των Πράξεων, ίσως το πιο δραματικό σε αφήγηση κείμενο της Καινής Διαθήκης, αν εξαιρέσουμε τα χρονικά των Παθών του Χριστού. Ο δέσμιος Απόστολος Παύλος ταξιδεύει δια θαλάσσης προς τη Ρώμη, και το πλοίο χτυπιέται από ‘άνεμον τυφωνικόν, τον καλούμενον Ευροκλύδωνα’ και θαλασσοδέρνεται επί δεκατέσσερα μερόνυχτα, σε βαθμό που οι πάντες χάνουν κάθε ελπίδα ότι θα σωθούν. Μέσα σ’ αυτή την παραζάλη, όπου ούτε οι επαγγελματίες ναυτικοί ούτε οι επιβάτες ξέρουν τί τους γίνεται, ο Απόστολος Παύλος τους διαβεβαιώνει ότι θα σωθούν όλοι και μάλιστα τους παρακαλεί να φάνε διότι έχουν μείνει τόσες μέρες νηστικοί. ‘Μόνο το πλοίο θα χαθεί’, τους λέει. ‘Μου εμφανίσθηκε άγγελος του Θεού που λατρεύω και μου υποσχέθηκε ότι μου χαρίζει ο Θεός όλες τις ψυχές που πλέουν μαζί μου’. Πόσες; Μας το λέει ο συγγραφέας Ευαγγελιστής Λουκάς: διακόσιες εβδομήντα έξι. Πράγματι, ενώ αυτοί δεν παύουν να λαμβάνουν ποικίλα ανθρώπινα μέτρα (πανιά, πηδάλια, άγκυρες, εκβολή των σκευών), μάταια όμως, το πλοίο φτάνει να εξωκείλει στην ακτή, κι ενώ αυτό διαλύεται από τα κύματα, όλοι το εγκαταλείπουν και σώζονται στη στεριά.

Στους χαλεπούς καιρούς που περνούμε οι μεταφυσικές ερμηνείες ή προεκτάσεις στην κρίση μπορεί να ακούγονται απλοϊκές ή περίεργες. Όπως όμως είπαμε παραπάνω, ένα από τα σφάλματά μας στον καιρό της ευημερίας είναι και η ψευδαίσθηση της αυτάρκειας και της αφθαρσίας μας, που η κρίση την κάνει συντρίμμια. Υπάρχουν άραγε σήμερα άνθρωποι τέτοιας πίστης που ο Θεός να τους χαρίσει τις ζωές όλων ημών των υπολοίπων; Ας το ελπίζουμε, κι ας το ευχόμαστε.

Το δεύτερο επεισόδιο είναι παρμένο από τον Συναξαριστή. Διαβάζουμε στο υπόμνημα της 5ης Ιουνίου: «Τη αυτή ημέρα, μνήμη της μετά φιλανθρωπίας επενεχθείσης ημίν φοβεράς απειλής και ανάγκης, εν τη των Βαρβάρων επιδρομή, ότε, μέλλοντας υπ’ αυτών δικαίως αιχμαλωτίζεσθαι και φόνω μαχαίρας παραδίδοσθαι, ο οικτίρμων και φιλάνθρωπος Κύριος, δια σπλάγχνα ελέους αυτού, παρ’ ελπίδα πάσαν ελυτρώσατο ημάς». Αυτοί που κατέγραψαν με τόσο λιτό τρόπο τα γεγονότα δεν τα φαντάσθηκαν: τα βίωσαν προσωπικά και χειροπιαστά, και επέζησαν για να μας τα αφηγηθούν. Δεν αρνούνται τον φόβο, τον πανικό, την απόγνωση, το αδιέξοδο, δεν ισχυρίζονται ότι όλα αυτά πέρασαν εύκολα, όπως δεν αρνούνται και ότι ‘δικαίως’ θα πάθαιναν όλα εκείνα τα δεινά. Ωστόσο, η λύση δόθηκε ‘παρ’ ελπίδα πάσαν’, με τρόπο αναπάντεχο και ανεξήγητο για τα ανθρώπινα δεδομένα. Με θαύμα. Και αυτό ομολογούν, και το θυμόμαστε κι εμείς μέχρι και σήμερα.

Ας κλείσουμε με μια φράση από την υμνολογία της εορτής της Αναλήψεως:

‘Εγώ ειμι μεθ’ υμών, και ουδείς καθ’ υμών’

Τελικά, ή πιστεύουμε ότι Κάποιος είναι μαζί μας, ή δεν το πιστεύουμε. Αυτό είναι το καίριο υπαρξιακό ερώτημα στο οποίο όλοι, καθένας μας προσωπικά, καλούμαστε να απαντήσουμε.

Σημείωση

Η προσευχή του Πατριάρχου Γενναδίου σε νεοελληνική απόδοση περιέχεται στο βιβλίο του π. Συμεών Κραγιοπούλου με τίτλο ‘Το μυστήριο του πόνου’ (2006).

 Το ‘ακριβώς’ της Δύσης και το ‘περίπου’ της Ανατολής

Δημοσιεύθηκε 5/3/2012 στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Συχνά ακούμε ή χρησιμοποιούμε την ρήση ‘Ανήκομεν εις την Δύσιν’. Έγινε ‘κλισέ’ από τότε που την πρωτοξεστόμισε ο παλιός Καραμανλής. Ως χαρακτήρες όμως οι σύγχρονοι Έλληνες εμφανιζόμαστε διχασμένοι: είμαστε Δυτικοί ή Ανατολίτες; Σαν τον Κολοσσό της Ρόδου, ιστορικά πατούμε με το ένα πόδι σε κάθε πλευρά της νοητής γραμμής που χωρίζει τους δυο κόσμους. Μας διεκδικεί η Δύση (βέβαια από τότε που πρωτοέγραψα το κείμενο ίσως να έχουν αλλάξει τα πράγματα…), την θέλουμε κι εμείς για πολλούς λόγους, που συνδέονται (καλώς ή κακώς) με το άμεσο συμφέρον και την οικονομική επιβίωσή μας. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αποβάλουμε τη γονιδιακή, ιστορική και πολιτισμική σχέση μας με την Ανατολή. ‘Δική σου είμαστε φυλή’, της τραγουδούσε πριν μερικά χρόνια ο Μανώλης Μητσιάς, όχι χωρίς λόγο.

Συχνά ως ‘Έλληνας’ θεωρείται το ιδεώδες του κλασικά παιδευμένου και αναθρεμμένου ανθρώπου (όπως τον φαντάζεται η Δύση), σε αντιδιαστολή με τον ‘Ρωμιό’, που βιώνει και εκφράζει τα χαρακτηριστικά της Ανατολής. Ο μακαρίτης Patrick Leigh Fermor στο βιβλίο του ‘Ρούμελη’ απαριθμεί 64 διαφορές του ‘Έλληνα’ από τον ‘Ρωμιό’. Χαρακτηριστική η τελευταία: Οι κίονες του Παρθενώνα από τη μια, οι τρούλοι της Αγια-Σοφιάς από την άλλη. Στις τόσο εύστοχες διαπιστώσεις και αντιδιαστολές του, ας προσθέσω πρόχειρα μερικές ακόμη, παρμένες και από την τρέχουσα επικαιρότητα:

Δύση                                                   Ανατολή

1 + 1 = 2                                              «Χίλιοι καλοί χωράνε»

Ισοσκελισμένος προϋπολογισμός            «Πέντε πάνω, πέντε κάτω»

Πλεονάζον προσωπικό (‘εφεδρεία’)         «Κάπου να χωθεί και το παιδί»

Αξιοκρατία                                           «Δικός μας είναι αυτός»

Τιμές ορισμένες                                     Υποχρεωτικό παζάρεμα

Τιμή + ΦΠΑ                                          «Με απόδειξη ή χωρίς;»

Στις 5.30 ακριβώς                                 «Πεντέμιση με έξι» (και βάλε…)

Λογική                                                Συναίσθημα

Νους                                                   Καρδιά

 Ένα πρόχειρο πολιτισμικό παράδειγμα αυτής της διαφοράς αποτελεί η μουσική. Η εκλεπτυσμένη αρμονική πολυφωνία της Δύσης και το ανατολίτικο ‘μακάμι’ είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Έτσι, δεν μπορείς να συνταιριάσεις την αρμονία των φωνών σ’ ένα αναγεννησιακό μαδριγάλι αν ‘παίζεις’ αυθαίρετα με το τονικό ύψος και τα διαστήματα των φθόγγων. Αντίθετα, στα μέλη της Ανατολής η ‘έλξη’ των φθόγγων είναι πανταχού παρούσα, και η αναλελυμένη εκτέλεση ενός ‘παπαδικού’ βυζαντινού μέλους είναι περισσότερο υπόθεση φωνητικής ευελιξίας του ψάλτη παρά συνθετικής έμπνευσης του μουσουργού. Πριν από έναν αιώνα ένας θεωρητικός της δυτικής μουσικής υποστήριζε με πάθος ότι δεν υπάρχει μουσικό διάστημα μικρότερο από το ημιτόνιο. Τα συνεχή γλιστρήματα (glissando) της φωνής ενός μουεζίνη, ή ενός καλού ψάλτη, του ήταν αδιανόητα, διότι δεν μπορούσε να τα χωρέσει μέσα στο θεωρητικό του σχήμα. Και πρακτικά, ένας καλός κλασικός τενόρος δύσκολα ακούγεται ευχάριστα ως παραδοσιακός ψάλτης, και αντιστρόφως.

Οι διαφορές Δύσης και Ανατολής δεν είναι μόνο ιστορικές, φυλετικές, πολιτισμικές. Είναι πρωτίστως θεολογικές: άλλο δυτικός και άλλο ανατολικός Χριστιανισμός. Η Δύση ερμηνεύει ορθολογικά ακόμη και τα μυστήρια, όπως τη μετάνοια: πες τόσα ‘Άβε Μαρία’ και τόσα ‘Πάτερ ημών’, και ξεχρέωσες. Η δικανική δυτική αντίληψη (νόμος->παράβαση -> ποινή) είναι τελείως διαφορετική από την Ορθόδοξη ανατολική θεώρηση της αμαρτίας ως ασθένειας (‘ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού…’): «Θέλεις υγιής γενέσθαι;» ρωτάει ο Κύριος τον παράλυτο. Ο άνθρωπος είναι το ‘μέγα τραύμα’ που πρέπει να ιαθεί, όχι να τιμωρηθεί. Ο ασθενής Χριστιανός μπορεί ‘μιά ροπή’ να σωθεί, όπως μας λέει η υμνολογία της Μ. Πέμπτης για τον ληστή στο σταυρό. «Ένι (= υπάρχει) μετάνοια, αββά;», ρωτάει η μετανοημένη αμαρτωλή Ταϊσία τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό (Γεροντικό), και ανέρχεται στον ουρανό την ίδια νύχτα, χωρίς να προλάβει να κάνει καμιά άλλη πράξη μετανοίας.

Με το πνεύμα αυτό μπορούμε να διακρίνουμε τις δυο έννοιες του όρου ‘οικονομία’. Υπό αυστηρή γλωσσική έννοια η ‘νομή’ σημαίνει την διαχείριση του οίκου, άρα απαιτεί ακριβολογία και συνέπεια. Από την άλλη, το ‘κατ’ οικονομίαν’ στην Ορθόδοξη Ανατολή σημαίνει να αφήνουμε περιθώριο για ενέργεια του Θεού που οικονομεί τα πάντα ‘προς το του πλάσματος συμφέρον’. Εδώ η ‘νομή’ περιλαμβάνει και φιλάνθρωπη ανοχή, περιχώρηση, τακτοποίηση του αδελφού, που μπορεί να μην ακολουθεί πάντα αυστηρά καθορισμένους τυπολατρικούς δρόμους. Όπως λένε στο Άγιον Όρος, «ψαλώ τω Θεώ μου όπως μπορώ»: ακόμη και ο αδελφός που είναι μουσικά άσχετος ή παράφωνος αφήνεται να συνεισφέρει στην ψαλμωδία, για να μη χαλάσει η αγάπη. Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο.

Η δυτική προσέγγιση, με την αναγωγή της λογικής σε υπέρτατη αξία, οδηγεί εύκολα στην απαίτηση για το ‘αλάθητο’ (= όλα μπορούν να προβλεφθούν και να προληφθούν με τη λογική, άρα κάθε σφάλμα έχει υποχρεωτικά και τον ένοχό του). Αντίθετα, στην Ανατολή η έμφαση δίνεται στην ταπείνωση: αναγνωρίζουμε ότι δεν είμαστε τέλειοι, άρα πάντα υπάρχει περιθώριο ανθρωπίνου λάθους, που θα προσπαθήσουμε κατά το δυνατό να μειώσουμε, αλλά και θα το ανεχθούμε στον κάθε ατελή συνάνθρωπο.

Έχουμε όμως συνηθίσει να σκεφτόμαστε δικανικά: όλοι ζητούμε το δίκαιο (που, κατά περίεργο τρόπο, πάντα είναι με το μέρος μας), την τιμωρία του άλλου που (πιστεύουμε ότι) αδίκησε εμάς ή την κοινωνία γενικότερα, την ικανοποίηση του ‘κοινού περί δικαίου αισθήματος’. Έχουμε την πέτρα έτοιμη στα χέρια για να εφαρμόσουμε τον Νόμο απέναντι στον παραβάτη. Από την άλλη, ακούμε από τον ίδιο τον Χριστό ότι πρέπει να συγχωρούμε «έως εβδομηκοντάκις επτά», «οσάκις αν αμάρτη εις σε ο αδελφός σου…». Αυτό είναι ανήκουστο για το δυτικό ‘γράμμα του νόμου’, που θέλει τον παραβάτη να πληρώνει μέχρι και το τελευταίο ευρώ.

Όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σαν σκέψεις δεν σημαίνουν ότι αποδεχόμαστε ολοκληρωτικά και ασυζήτητα τη μια πλευρά και απορρίπτουμε κατηγορηματικά την άλλη. Μπορεί οι προτιμήσεις μας (ή τα γονίδιά μας, αν θέλετε) να τείνουν περισσότερο προς την πλευρά της Ανατολής, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρετές και στη Δύση. Ούτε σημαίνει ότι όλα όσα—σωστά ή εσφαλμένα—βαφτίζουμε ως ‘ανατολική παράδοση’ είναι όντως έτσι, και είναι πρέποντα. Έτσι π.χ. συχνά οικτείρουμε την τυπολατρία των Δυτικών, και ανεχόμαστε την Ανατολίτικη οχλαγωγία (ιδίως σε εκκλησιαστικούς χώρους) περίπου ως φυσιολογική κατάσταση, ξεχνώντας το «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» και το «ουκ έστιν ο Θεός ακαταστασίας, αλλά ειρήνης» του Αποστόλου Παύλου.

Χρειαζόμαστε και τη μια και την άλλη θεώρηση, με μέτρο και στο κατάλληλο μίγμα, κι εδώ είναι απαραίτητη η αρετή της διάκρισης: πού σταματάει η ‘οικονομία’ και αρχίζει η ασυδοσία; Πολύ πρόχειρα, θα πρέπει να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας και να ενεργούμε φιλάνθρωπα προς τους άλλους. Καλοί οι υπολογισμοί, αλλά να αφήνουμε περιθώριο και για τα έκτακτα συμβάντα, να αποδεχόμαστε να μας χαλούν κάποια σχέδια οι άνθρωποι, αλλά και ο Θεός. Και να βάζουμε στην άκρη τους λεπτομερειακά σχεδιασμένους προϋπολογισμούς προκειμένου να διακονήσουμε τους αδελφούς.

Γιατί τα έγραψα όλα αυτά; Διότι δυστυχώς τις τελευταίες δεκαετίες προσπαθήσαμε, μεταξύ άλλων νεωτερισμών στη χώρα μας, να μπούμε σε δυτικές λέσχες και να παίξουμε δυτικά οικονομικά ‘παίγνια’, με ανατολίτικο όμως τρόπο, με τα γνωστά αποτελέσματα. Από τη μεριά τους, οι Γερμανοί, Ολλανδοί και άλλοι ‘εταίροι’ επιχειρούν να προσεγγίσουν και να ερμηνεύσουν το ‘οριεντάλ’ πολίτευμά μας με καθαρώς δυτικά κριτήρια. Ακόμη κι αν (αφελώς σκεπτόμενοι) δεν τους καταλογίσουμε κανενός είδους δόλο, ερωτούμε: με τι προσόντα;

Η Λέσχη του Χρόνου

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ‘Χριστός & Κόσμος

της Ι. Μητροπόλεως Κισσάμου & Σελίνου (Νοέμ. – Δεκ. 2011)

«Καλώς τον καινούργιο!» ακούστηκε μια φωνή γεμάτη ενθουσιασμό από τη γωνιά της μεγάλης αίθουσας, κοντά στο τζάκι.

Ο νεοφερμένος προς τον οποίο απευθυνόταν η φωνή έστρεψε το κεφάλι για να δει ποιος τον καλωσόριζε. Αναγνώρισε από μακριά εκείνον που είχε συναντήσει φευγαλέα πριν ακριβώς 365 μέρες, λίγο πριν τον αντικαταστήσει πάνω στη Γη. Ήταν ο άμεσος προκάτοχός του, γνωστός με τον αριθμό 2010 μ.Χ. Του χαμογέλασε και προχώρησε προς το μέρος του τείνοντας το χέρι. Οι άλλοι παρόντες στη Λέσχη του Χρόνου κούνησαν τα κεφάλια σ’ ένα χαιρετισμό γεμάτο κατανόηση: η είσοδος ενός νέου μέλους στη συντροφιά τους ήταν μια διαδικασία γνωστή στους παλαιότερους, που όμως ποτέ δεν έχανε το ενδιαφέρον της. Άλλωστε, πάντα κάτι διαφορετικό έφερνε σ’ ένα χώρο όπου ο χρόνος με τη συμβατική έννοια δεν υπήρχε πλέον.
Ο 2010 μ.Χ. έσφιξε το χέρι του 2011 και του έδειξε τη διπλανή πολυθρόνα. Εκείνος κάθησε και άπλωσε τα πόδια του προς το τζάκι. Κοίταξε τον συνομιλητή του και χαμογέλασε πάλι με αμηχανία, χωρίς να ανοίξει το στόμα του. Εκείνος φρόντισε να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση.

«Ξέρω ακριβώς πώς αισθάνεσαι», είπε. «Ας αρχίσω εγώ. Έτυχε να ακούσεις εκεί στη Γη την έκφραση ‘Βάζω μέσα σειρά’; Τη λέγανε στον ελληνικό στρατό όταν υποδέχονταν μια καινούργια σειρά στρατευσίμων. Τότε οι προηγούμενοι θεωρούσαν ότι ‘πάλιωσαν’. Μεγάλη υπόθεση! Τους έδινε το ‘δικαίωμα’ να ταλαιπωρούν κάποιους νεότερους, για να βγάζουν το άχτι τους. Μικρότητες ανθρώπινες! Ωστόσο, κάπως έτσι αισθάνομαι κι εγώ τώρα που ήρθες. Μέχρι αυτή τη στιγμή ήμουν ο νεότερος εδώ μέσα. Δεν είναι θέμα κόμπλεξ, ούτε βέβαια μου κάνουν κανένα καψόνι οι παλιοί. Απλώς—πώς να το πώ;—δεν βαριέσαι, ανθρώπινη αδυναμία που την κόλλησα κι εγώ στη θητεία μου. Ξέχνα το. Τι νέα από τον κόσμο;»

«Δεν ξέρω τι περιμένετε να μάθετε», είπε ο νέος, και ο παλιός σημείωσε με ικανοποίηση τον πληθυντικό ευγενείας. Όταν τον είχε πρωτοδεί κατά την είσοδό του στη Γη, ήταν ένας έφηβος γεμάτος αυτοπεποίθηση, έτοιμος να ανατρέψει τα πάντα, πιστεύοντας ότι οι παλιότεροι δεν είχαν καμιά ικανότητα. Τώρα, ακριβώς δώδεκα μήνες μετά, ήταν ώριμος, γεμάτος εμπειρίες, έτοιμος για πλήρη ένταξη στη Λέσχη. Έσπευσε και πάλι να τον βοηθήσει.

«Νεαρέ μου», είπε, χωρίς κανένα ίχνος ειρωνείας στη φωνή και τη διάθεσή του, «το πρώτο που μαθαίνει κανείς εδώ μέσα είναι ότι όλοι είμαστε ακριβώς ίσοι και όμοιοι. Γίναμε πλέον όλοι μία ηλικία (έστω κι αν οι δίσεκτοι νόμιζαν κάποτε ότι η μια παραπανίσια μέρα τους έκανε ανώτερους) και μιλούμε μεταξύ μας στον ενικό αριθμό. Πες μας λοιπόν τα δικά σου, με άνεση, σαν ένας από μας. Εξάλλου, όλοι εδώ θέλουν να τα μάθουν. Το ίδιο έκαναν κι εκείνοι, με τη σειρά τους. Μη βιάζεσαι. Θα έχεις ακριβώς 366 μέρες στη διάθεσή σου, μέχρι να μας έρθει ο επόμενος. Ξεκίνα από την Πρωτοχρονιά».

Ο νέος δέχθηκε ένα φλιτζάνι τσάι που του έδωσε κάποιος από την ομήγυρη, ρούφηξε μια γουλιά, καθάρισε το λαιμό του, και άρχισε.

* * * * *

Η αφήγηση του 2011 μ.Χ. πλησίαζε στο τέλος. Κόντευε να συμπληρωθεί ο χρόνος του, και ήδη είχε αρχίσει η αναμονή του καινούργιου. Με την αφήγηση είχε παλιώσει κι αυτός: τώρα περίμενε να ‘βάλει μέσα σειρά’. Η αίσθηση αυτή τον γέμιζε προσμονή, κι ένα αόριστο αίσθημα ικανοποίησης.

Ο 2010 μ.Χ. κούνησε αργά το κεφάλι. «Πάντα τα ίδια, μόνο που ο κυνισμός και η σκληρότητα όλο και περισσεύουν. Απληστία, κερδοσκοπία, απάτες, αμοιβαίες επιβουλές, εκμετάλλευση, πόλεμοι, ταραχές… Κάθε χρόνο και χειρότερα. Δεν αλλάζει τίποτε στα ανθρώπινα, όσο οι άνθρωποι σκέφτονται, σχεδιάζουν και ενεργούν με τον γνωστό τους τρόπο. «Ρίζα πάντων των κακών η φιλαργυρία». Αθροίζουν περιουσίες, και τις εκφράζουν με τεράστιους αριθμούς, χωρίς να περνάει από το μυαλό τους ότι όλα είναι… μηδενικά. Το μόνο που τους μένει είναι το μνήμα τους, κι αυτό βέβαια δεν τους ανήκει. Πώς λένε οι Ορθόδοξοι μοναχοί για το κελί τους; «Σήμερον εμού, αύριον ετέρου, ουδέποτε ουδενός». Μια φανταχτερή κηδεία, στεφάνια, επικήδειοι, μαρμάρινες πλάκες, και σε μερικά χρόνια ούτε το όνομά τους δεν θυμάται κανείς. ‘Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα’. Το άκουσες αυτό ποτέ; («Πάμπολλες φορές», σκέφθηκε ο νέος). Αν είχες μάθει μόνο ένα πράγμα στη θητεία σου στη Γη, θα ’πρεπε να ήταν αυτό».
«Δεν μπορούμε άραγε να τους πούμε κάτι; Να δώσουμε εντολή στον επόμενο να λάβει κάποια προληπτικά μέτρα;» ρώτησε με γνήσια ανησυχία στη φωνή ο 2011 μ.Χ.

«Δεν είσαι ο πρώτος που το σκέφτεται», είπε ο προκάτοχός του. «Δυστυχώς δεν είναι μέσα στη δικαιοδοσία μας. Μπορούμε μόνο να παρέχουμε ευκαιρίες, προθεσμίες, περιθώρια για αλλαγή νοοτροπίας και συμπεριφοράς, χωρίς καμιά άλλη δυνατότητα παρέμβασης. Βλέπεις, κάτι τέτοιο θα σκόνταφτε στην προσωπική ελευθερία των ανθρώπων. Κάποιοι το λένε αυτεξούσιο. Είναι αυτό που τους έχει απομείνει από τις αρχικές προδιαγραφές τους: το δικαίωμα να λένε οι ίδιοι ένα ‘Ναι’ ή ένα ‘Όχι’ σε κάθε δίλημμα που αντιμετωπίζουν. Και να αναλαμβάνουν τις ευθύνες».

«Δύσκολο ακούγεται», είπε σκεφτικός ο νεότερος.

«Και πότε ήταν εύκολη υπόθεση η ελευθερία;» ρώτησε ρητορικά ο παλιός, κοιτάζοντας τα κάρβουνα που τρεμόπαιζαν στο τζάκι.